Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δημηγορία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δημηγορία Medium diacritics: δημηγορία Low diacritics: δημηγορία Capitals: ΔΗΜΗΓΟΡΙΑ
Transliteration A: dēmēgoría Transliteration B: dēmēgoria Transliteration C: dimigoria Beta Code: dhmhgori/a

English (LSJ)

ἡ, A deliberative speaking, opp. forensic (δικανική), Arist.Rh.1354b28. 2 speech in the public assembly, Aeschin.2.243, Jul.Or.2.75b(pl.). 3 position of a public speaker, Pl.Ap.36b(pl.). II esp. popular oratory, claptrap, Id.Tht.162d.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 562] ἡ, das Reden zum Volke in den Volksversammlungen, Plat. Phaedr. 216 d; δημηγορίαν ποιεῖσθαι ἐπί τινι Dem. 24, 161; bes. eine nur die Ergötzlichkeit der Zuhörer u. Täuschung des Volkes, nicht die Wahrheit bezweckende Rede, Plat. Theaet. 162 d; vgl. Din. 1, 31; daher auch die Dichtkunst so genannt wird, Plat. Gorg. 502 c.

Greek (Liddell-Scott)

δημηγορία: ἡ, συμβουλευτικὴ ἀγόρευσις (πολιτικὴ καθ’ ἡμᾶς) κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐν δικαστηρίοις (δικανικήν), Ἀριστ. Ρητ. 1. 1, 10, κτλ.· ἀγόρευσις ἐνώπιον τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου, Αἰσχίν. 36. 31. ΙΙ. ἰδίως ἀγόρευσις δημαγωγική, σοφιστική, Πλάτ. Θεαιτ. 162D.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
discours au peuple, discours du genre délibératif.
Étymologie: δημηγόρος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 discurso, declamación, arenga esp. polít., Pl.Phdr.261d, Ap.36b, Tht.162d, D.7.20, 10.2, Din.1.31, Plb.12.25a.3, D.S.19.3, D.L.1.61, D.Chr.12.62, D.H.Isoc.15.1, Th.43.2, Amm.1.4.3, Plu.2.836b, Hld.10.17.1, Philostr.VS 628, Iambl.VP 258, Iul.Or.3.75b, αἱ Δημοσθένους δημηγορίαι Aeschin.3.137, Luc.ITr.14, αἱ Φιλιππικαὶ δημηγορίαι Plu.Dem.12, ἡ περὶ τῆς συμμαχίας δ. πρὸς Δημοσθένην D.S.16.85, ἡ πρὸς Ἀθηναίους δ. Gr.Nyss.Eun.3.10.5, ἡ ἐν τοῖς μυρίοις ... δ. el discurso pronunciado ante los diez mil Aeschin.2.79, αἱ κοιναὶ δημηγορίαι Anaximen.Rh.1421b13, ἐλέγετο ... ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς διεκπεσεῖν κἀν δημηγορίαις εἶναι se decía que escapó al foro y estaba arengando a la gente I.AI 19.136.
2 oratoria política ῥητορικὴ δ. Pl.Grg.502d, op. la forense ἧττόν ἐστι κακοῦργον ἡ δ. δικολογίας Arist.Rh.1354b28.
3 sent. dud., quizá bobada, necedad pero tal vez contraseña en una ceremonia de iniciación, Origenes Cels.6.33.

Greek Monolingual

η (AM δημηγορία) δημηγόρος
1. πολιτική αγόρευση σε συγκέντρωση
2. δημαγωγική, σοφιστική ομιλία.

Greek Monotonic

δημηγορία: ἡ,
I. δημόσιος λόγος, συμβουλευτικός λόγος μπροστά σε ακροατήριο, σε Αισχίν.
II. δημαγωγική αγόρευση, λαοπλάνος σοφιστική αγόρευση, σε Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δημηγορία -ας, ἡ [δημηγορέω] politieke welsprekendheid:. ἥττόν ἐστι κακοῦργον ἡ δημηγορία δικολογίας politieke welsprekendheid is een minder kwaad dan forensische Aristot. Rh. 1354b28. redevoering in de volksvergadering:; καλὸν προοίμιον τῶν δημηγοριῶν een fraaie inleiding tot zijn redevoeringen Xen. Mem. 4.2.3; ongunstig:. τῆς οὖν δημηγορίας ὀξέως ὑπακούεις καὶ πείθῃ jij luistert direct naar holle praat en laat je overreden Plat. Tht. 162d.

Russian (Dvoretsky)

δημηγορία:
1) публичное выступление, речь перед народом Xen., Aeschin., Plat., Arst.;
2) льстивая или демагогическая речь (κολακεία καὶ δ. Plat.).

Middle Liddell


I. a speech in the public assembly, Aeschin.
II. popular oratory, clap-trap, Plat.

English (Woodhouse)

δημηγορία = oration, public speaking, speech, demagogue's talk, public speech, rhetorical tricks, speaker's tricks

⇢ Look up "δημηγορία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)