Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαχειροτονέω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: διαχειροτονέω Medium diacritics: διαχειροτονέω Low diacritics: διαχειροτονέω Capitals: ΔΙΑΧΕΙΡΟΤΟΝΕΩ
Transliteration A: diacheirotonéō Transliteration B: diacheirotoneō Transliteration C: diacheirotoneo Beta Code: diaxeirotone/w

English (LSJ)

   A choose between two persons or proposals by show of hands, εἴτε… ἤ, εἴτε… εἴτε, IG12.57,98, cf. D.47.43, etc.:—Pass., X.HG1.7.34; to be selected, Pl.Lg.755d.    2 vote on a person's case, δ. τινὰ πότερον ἐπιτήδειός ἐστιν ἢ οὔ Arist.Ath.49.2.

German (Pape)

[Seite 613] durch Stimmenmehrheit (rermittelst Handaufheben) erwählen, Plat. Legg. VI, 755 d; entscheiden, abstimmen, Dem. 59, 4 u. öfter; διαχειροτονο υμένων τούτων, als darüber abgestimmt wurde, Xen. Hell. 1, 7, 34. Bei D. Cass. u. a. Sp. übh. = erwählen.

Greek (Liddell-Scott)

διαχειροτονέω: μεταξὺ δύο περιπτώσεων ἢ πραγμάτων ἐκλέγω δι’ ἀνατάσεως τῆς χειρός, ἢ, καθόλου, ἐκλέγω διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, Δημ. 1152, 9· οὕτως ἐν τῷ μέσ., Ξεν. Ἑλλ. 1. 7, 34. -Παθ., ἐκλέγομαι οὕτω, Πλάτ. Νόμ. 755D· πρβλ. διαψηφίζομαι.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
décider entre deux propositions ou faire un choix entre deux concurrents par un vote à main levée.
Étymologie: διά, χειροτονέω.

Spanish (DGE)

decidir por votación a mano alzada entre dos opciones εἴτε ... ἒ ... IG 13.61.5 (V a.C.), εἴτε ... εἴτε ... D.59.4, ἐν τῷ διαχειροτονεῖν ἦν ἡ βουλὴ πότερα ... ἢ ... D.47.43, cf. Arist.Ath.49.2, διαχειροτονῆσαι τὸν δῆμον ὁπόσον δεῖ αὐτοῖς μερίσαι Ath.Council.78.18, cf. 19 (III a.C.), c. ac. ὁ δὲ δᾶμος διαχειροτονείτω τὰν ἀξίαν τὰς δωρεᾶς ICos ED 206.14 (III a.C.), en v. pas. ὁπότερος ... ἂν δόξῃ διαχειροτονούμενος el que de los dos por votación haya parecido bien Pl.Lg.755d, τούτων δὲ διαχειροτονουμένων sometidas a votación ésas (dos propuestas), X.HG 1.7.34
p. ext. decidir, designar διαχειροτονοῦσιν οἷς βούλονται τὴν ἡγεμονίαν I.BI 4.592.

Greek Monotonic

διαχειροτονέω: μέλ. -ήσω, επιλέγω μεταξύ δύο προσώπων ή πραγμάτων με ανάταση χειρός, εκλέγω, σε Δημ.· ομοίως στη Μέσ., σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

διαχειροτονέω: голосовать поднятием рук, решать или избирать голосованием Dem.: τούτων διαχειροτονουμένων Xen. когда эти вопросы были проголосованы; ὁπότερος δ᾽ ἂν δόξῃ διαχειροτονούμενος Plat. тот, в пользу которого выскажется большинство.

Middle Liddell

fut. ήσω
to choose between two persons or things by show of hands, to elect, Dem.; so in Mid., Xen.