Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διχόμυθος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δῐχόμῡθος Medium diacritics: διχόμυθος Low diacritics: διχόμυθος Capitals: ΔΙΧΟΜΥΘΟΣ
Transliteration A: dichómythos Transliteration B: dichomythos Transliteration C: dichomythos Beta Code: dixo/muqos

English (LSJ)

ον,

   A double-speaking, νόημα Pittac. 1 Bgk.; γλῶσσα Sol.42.4; double-dealing, deceptive, Ant.Lib.23; λέγειν διχόμυθα speak ambiguously, E.Or.890.

German (Pape)

[Seite 646] doppelte Reden führend, zweizüngig; διχόμυθον ἔχουσα (γλῶσσα) κραδίῃ νόημα Sol. Scol. Iac. 1 (Ilg. 39); ἔλεξε διχόμυθα Eur. Or. 888; Sp., wie Anton. Lib. 23.

Greek (Liddell-Scott)

δῐχόμῡθος: -ον, διφορούμενος, νόημα Πιττακὸς π. Διογ. Λ. 1. 78· γλῶσσα Σόλων αὐτόθι· λέγειν διχόμυθα, λέγειν ἀμφίβολα, ἀσαφῆ. Εὐρ. Ὀρ. 890· ― δι. γρ. διχόθυμος Πιττ. ἔνθ. ἀν.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui tient deux langages.
Étymologie: δίχα, μῦθος.

Spanish (DGE)

(δῐχόμῠθος) -ον
1 ambiguo νόημα Lobo SHell.524.4, neutr. plu. adv. ἔλεξε δ' ... διχόμυθα E.Or.890, cf. Chr.Pat.392
engañoso γλῶσσα Lobo SHell.522.4
de pers. mentiroso de Bato, Ant.Lib.23.6.
2 tergiversador Hsch.

Greek Monolingual

διχόμυθος, -ον (Α)
1. διφορούμενος, απατηλός («διχόμυθον νόημα»)
2. δόλιος.

Greek Monotonic

δῐχόμῡθος: -ον, αυτός που μιλάει αμφίσημα, διπρόσωπος, υποκριτής, λέγειν διχόμυθα, μιλώ, εκφράζομαι διφορούμενα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

διχόμῡθος:
1) говорящий двояко, двойственный, непостоянный (γλῶσσα Solon ap. Diog. L.);
2) двуличный, коварный (διχόμυθα λέγειν Eur.).

Middle Liddell

adj
double-speaking, λέγειν διχόμυθα to speak ambiguously, Eur.