Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυσάγωγος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δῠσάγωγος Medium diacritics: δυσάγωγος Low diacritics: δυσάγωγος Capitals: ΔΥΣΑΓΩΓΟΣ
Transliteration A: dyságōgos Transliteration B: dysagōgos Transliteration C: dysagogos Beta Code: dusa/gwgos

English (LSJ)

[ᾰ], ον, A hard to guide, D.H.2.28, Luc.Abd. 3,17; ἐπὶ τὸ καλόν D.H.9.8; of horses, Hippiatr.Praef.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 674] schwer zu leiten; καὶ δυσπειθής Luc. Abdic. 3; Dion. Hal. u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δυσάγωγος: -ον, ὁ δυσκόλως ἀγόμενος, δυσπειθής, Διον. Ἁλ. 2. 28· ἐπί τι ὁ αὐτ. 9. 8.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difficile à conduire, à diriger.
Étymologie: δυσ-, ἀγωγή.

Spanish (DGE)

-ον
1 de pers. difícil de guiar τοῖς πολιτικοῖς πλήθεσι ... ἐν οἷς τὸ πλεῖόν ἐστι δ. D.H.2.28, cf. D.H.15.4, c. giro prep. οἱ δυσάγωγοι ἐπὶ τὸ καλόν de soldados sediciosos, D.H.9.8, διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νοῦ δυσάγωγοι Luc.Abd.17, δ. πρὸς ἀρετὴν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων Basil.M.29.212B
indócil, obstinado ὁ γὰρ δ. καὶ δυσπειθὴς ἐγώ Luc.Abd.3, δυσάγωγοί τε καὶ ὀκνηροί de los judíos, Cyr.Al.Luc.1.209, ὁ δ. Ἰσραήλ Cyr.Al.M.70.1249B.
2 medic. difícil de purgar, que cuesta hacerlo evacuar neutr. plu. subst. τὰ δυσάγωγα Androm. en Gal.13.28.

Greek Monolingual

-ο (Μ δυσάγωγος, -ον)
1. αυτός που δεν είναι εύκολα επιδεκτικός αγωγής, απείθαρχος, ατίθασος
2. (για άλογα) ατίθασος, αυτός που δεν οδηγείται εύκολα.

Russian (Dvoretsky)

δυσάγωγος: трудно управляемый, непокорный (δ. καὶ δυσπειθής Luc.).