Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγωγή

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀγωγή Medium diacritics: ἀγωγή Low diacritics: αγωγή Capitals: ΑΓΩΓΗ
Transliteration A: agōgḗ Transliteration B: agōgē Transliteration C: agogi Beta Code: a)gwgh/

English (LSJ)

ἡ, (ἄγω)

   A carrying away, Hdt.6.85, etc.; freight, carriage, πρὸς τὰς ἀγωγὰς . . χρῆσθαι ὑποζυγίοις Pl.R.370e, cf.X.Lac.7.5, PLond. 3.948.2 (iii A.D.).    b intr., τὴν ἀ. διὰ τάχους ἐποιεῖτο pursued his voyage, Th.4.29 (v.l.); movement, Pl.R.604b; ἀ. ἐπί τι tendency towards... Hp.Epid.1.1.    2 bringing to or in, ὑμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀ. your bringing us before the council, Th.5.85.    3 forcible seizure, carrying off, abduction, A.Ag.1263, S.OC662; ἀγωγὴν ποιήσασθαι PTeb. 39.22 (ii B. C.), cf. 48.22.    4 ὕδατος ἀγωγαί aqueducts, IG12(5).872 (Tenos), cf. D.H.3.67.    5 load, Ostr.1168; weight, AB333.    6 winding up of engine, Ph.Bel.57.13 (pl.).    7 drawing of lines, Procl.in Euc.pp.284,376F.    8 evoking, πνευμάτων Iamb.Myst.3.6 (pl.).    b spell for bringing a person, usu. love-charm, PMag.Par. 1.1390.    II leading, guidance, ἵππου X.Eq.6.4; ἡ τοῦ νόμου, τοῦ λογισμοῦ ἀ. Pl.Lg.645a, cf.Plt.274b.    2 leading of an army, Id.Lg.746e (pl.); ἀ. στραταρχίας conduct of an expedition, Vett.Val.339.29; ἡ ἀ. τῶν πραγμάτων Plb.3.8.5.    3 direction, training, παιδεία μέν ἐσθ' ἡ παίδων ὁλκή τε καὶ ἀ. πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου λόγον ὀρθὸν εἰρημένον Pl.Lg.659d, cf. 819a; ἀ. ὀρθῆς τυχεῖν πρὸς ἀρετήν Arist.EN 1179b31; διὰ τὸ ἦθος καὶ τὴν ἀ. Id.Pol.1292b14, cf. Cleanth.Stoic.1.107: in pl., systems of education, Chrysipp.Stoic.3.173; esp. of the public education of the Spartan youth, Λακωνικὴ ἀ. Plb. 1.32.1; Ἀγησίλαος ἤχθη τὴν λεγομένην ἀγωγὴν ἐν Δακεδαίμονι Plu.Ages.1; ἀ. στοιχειώδης elementary course, Apollon.Perg.Con.1 Praef.:—also of plants, culture, Thphr.HP1.3.2; of diseases, treatment, Gal.12.414, 15.436.    4 way of life, conduct, Archyt ap.Stob.2.31.120 (pl.), PTeb. 24.57 (ii B. C.), OGI223.15 (Erythrae, iii B. C.), LXX 2 Ma.6.8, 2 Ep.Tim. 3.10, M.Ant.1.6.    5 keeping, observance, ἡμερῶν Aristox.Rhyth. 2.37; μηνῶν Gem.8.48.    6 generally, method, construction (of a law), Arist.Rh.1375b12; style, D.H.Isoc.20, al.; ἡ ἀ. τῶν διαλέκτων Str.14.1.41.    7 method of proof, esp. of syllogistic reasoning, λόγοι τὰς ἀγωγὰς ὑγιεῖς ἔχοντες Chrysipp.Stoic.2.84, cf. Simp.in Ph. 759.14; line of argument, Plu.2.106b.    8 school of philosophers, Phld.Sto.Herc.339.12, Acad.Ind.p.68 M., S.E.P.1.145, etc.    9 Milit., manoeuvre, movement, Ascl.Tact.12.7 and 10; order of march, ib.11.8, cf. Ael.Tact.39.1.    10 in Law, = Lat. actio, Cod.Just. 4.24.1, al.    III tempo, in music, Pl.R.400c (pl.), Aristox.Harm. p.34 M., Aristid.Quint.1.19; sequence, of a melody, Aristox.Harm. p.29 M.; musical style, Str.14.1.41, Plu.2.1141c.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγωγή: ἡ, (ἄγω) τὸ ἀπάγειν, μετακομίζειν, Ἡρόδ. 6. 85, κτλ.‧ βάρος, ἄχθος, γόμος, πρὸς τὰς ἀγωγὰς... χρῆσθαι ὑποζυγίοις, Πλάτ. Πολ. 370Ε, πρβλ. Συλλ. Ἐπιγρ. 1838, 1. β) ἀμετ., τὴν ἀγ. διὰ τάχους ἐποιεῖτο, Θουκ. 4. 29: = κίνησις, τοῦ ποδός, Πλάτ. Πολ. 400C, πρβλ. 604Β‧ - ἄγ. ἐπί τι, τὰσις πρός τι, Ἱππ. Ἐπιδ. 1. 938. 2) τὸ φέρειν εἰς ἢ πρός ..., ὑμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀγ., τὸ ὅτι ἠγάγατε ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου, Θουκ. 5. 85. 3) ἀποκόμισις, ἀφαίρεσις, ἀπαγωγή, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1263, Σοφ. Ο. Κ. 662. 4) ὕδατος ἀγωγαί, τὰ ὑδραγωγεῖα, Συλλ. Ἐπιγρ. 2338. 52. ΙΙ. τὸ ἄγειν πρός τι σημεῖονμέρος, ὁδηγία, διεύθυνσις, ἵππου, Ξεν. Ἱππ. 6. 4‧ ἡ τοῦ νόμου, τοῦ λογισμοῦ ἀγ., ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου κτλ. ὁδηγία, διεύθυνσις, κυβέρνησις, Πλάτ. Νόμ. 645Δ, πρβλ. Πολιτ. 274 Α: - ἀμετάβ., ἡ ὁδός, ἡ τάσις, διεύθυνσις πράγματός τινος. 2) ἡ διεύθυνσις, ὁδηγία στρατιᾶς, Πλάτ. Νόμ. 746D‧ ἡ αγωγὴ τῶν πραγμάτων, τῶν δημοσίων πραγμάτων, Πολύβ. 3. 8, 5. 3) ὁδηγία, διεύθυνσις, κυβέρνησις, παίδευσιςπαιδεία μέν ἐσθ’ ἡ παίδων ὁλκή τε καὶ ἀγ. πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου λόγον ὀρθὸν εἰρημένον, Πλάτ. Νόμ. 659D, πρβλ. 819 Α‧ ἀγ. ὀρθῆς τυχεῖν πρὸς ἀρετήν, Ἀριστ. Ἠ. Ν. 10. 9, 8‧ διὰ τὸ ἦθος καὶ τὴν ἀγ., ὁ αὐτ. Πολ. 4. 5, 3‧ ἰδίᾳ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς (ἀνατροφῆς) τῆς Σπαρτιατικῆς νεότητος, Λακωνικὴ ἀγ., Πολύβ. 1. 32, 1‧ Ἀγησίλαος ἤχθη τὴν λεγομένην ἀγωγὴν ἐν Λακεδαίμονι, Πλουτ. Ἀγης. 1, πρβλ. Müller Δωρ. 4. 5, 1: -ὡσαύτως ἐπὶ φυτῶν καλλιέργεια, Θεοφρ. Ἱ. Φ. 1. 3, 2‧ ἐπὶ νόσων, θεραπεία αὐτῶν, Γαλην. 4) καθόλου, μέθοδος, ὁδός, τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται νόμος τις, ἐν Ἀριστ. Ρητ. 1, 15, 10‧ - ὕφος, Διον. Ἁλ. περὶ Ἰσοκρ. 20, καὶ ἀλλ.‧ ἡ ἀγ. τῶν διαλέκτων, Στράβ. 648. 5) σχολὴ ἢ αἵρεσις φιλοσοφική, Σέξτ. Ἐμπ. ΙΙ. 1. 145. ΙΙΙ. τρόποςσύστημα μουσικῆς, Πλουτ. 2. 1141C.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. action de transporter :
1 transport;
2 action d’emmener;
II. conduite (d’une troupe, d’une armée) ; ἐν ταῖς ἀγωγαῖς XÉN dans les marches;
fig. 1 direction de l’esprit, éducation;
2 manière de traiter une question, méthode;
3 manière de vivre, conduite personnelle.
Étymologie: ἄγω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Prosodia: [ᾰ-]
A I1transporte πρὸς τὰς ἀγωγὰς ... χρῆσθαι ὑποζυγίοις Pl.R.370e, cf. Cra.418e, ἅμαξα ἀγωγῆς carro de transporte X.Lac.7.5, πίσσας IG 42.102.240 (IV a.C.), τῶν λίθων τούτων εἰς τὸ ἱερόν IG 22.1672.50, cf. 58 (IV a.C.), τῶν πόρων ID 365.33, 37 (III a.C.)
conducción, traída de aguas, esp. ref. acueductos o canalizaciones τῆς τοῦ ὕδατος ἀγωγῆς καὶ τῶν ὑπονόμων ἐπιμεμέληται IOropos 295.17 (IV a.C.), cf. IG 13.49.5 (V a.C.), 12(5).872.56 (Tenos IV a.C.), Hero Dioptr.214.9, TAM 3(1).16 (Termeso II d.C.)
conducción de la llave, ceremonia ritual en el culto de Hécate en Lagina αἱ τῆς κλειδὸς ἀγωγῆς ἐν τῇ πόλει ἡμέραι IStratonikeia 705.10 (Lagina III d.C.), cf. 310.15 (Panamara IV d.C.)
canal de lavado de una mina, Plin.HN 33.76.
2 acción de llevar a alguien, detención gener. por la fuerza, por una decisión legal, Hdt.6.85, cautivo o detenido, A.A.1263, ἀγωγὴν ποιήσασθαι practicar una detención, arrestar, PTeb.39.22 (II a.C.)
rapto, robo del esclavo de otro, Plb.12.16.4
jur., como equiv. del lat. actio, acción legal, querella, PSI 288.12 (II d.C.), SB 9763.35 (V d.C.), αἱ περσονάλιαι ... καὶ αἱ ὑποθηκάριαι ἀγωγαί Iust.Nou.111.1, cf. 4.2, ἀ. εἰς πρόσωπον ἢ καὶ εἰς πράγμα ἁρμόσασα ἢ καὶ ἁρμόσαι δυναμένη acción personal o sobre la propiedad (lat. actio in personam vel in rem), directa (lat. actio directa o ex lege) o útil (lat. actio utilis), PMich.Gagos 58 (VI d.C.), cf. Cod.Iust.1.2.15.2, CPR 7.27.2 (VI/VII d.C.).
3 marcha τὴν ἀγωγὴν διὰ τάχους ἐποιεῖτο Th.4.29 (ap.crít.)
gira, peregrinaje de un sacerdote mendicante de la diosa siria BCH 21.1897.60 (Siria, imper.).
II 1acción de traer c. gen. obj. ἡμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀγωγή el traernos ante un corto número de personas Th.5.85, ἀ. πνευμάτων evocación de los espíritus Iambl.Myst.3.6
acción de amontonar o reunir κόπρου Ar.Fr.741.
2 encantamiento, fórmula para atraer a una persona, gener. con fines erót. ἀ. ἐπὶ κυνός encantamiento por medio de un perro, PMag.19b.4, ἐπὶ ἡρώων ἢ μονομάχων PMag.4.1390, cf. 13.237.
III indiferente a la direcc.
1 conducción, guía (a pie) ἡ ὄπισθεν ἀγωγή X.Eq.6.4
gener. guía, mando del ejército, Pl.Lg.746e
expedición, campaña militar Res gestae Saporis 19
fig. gobierno c. gen. obj. τῆς πολιτείας Plb.24.11.4
c. gen. subjet. τῇ καλλίστῃ ἀ. τῇ τοῦ νόμου Pl.Lg.546a
regla φύειν τε καὶ γεννᾶν ... προσετάττετο ὑπὸ τῆς ὁμοίας ἀγωγῆς Pl.Plt.274a.
2 gener. fig. conducción, dirección ἡ παίδων ὁλκή τε καὶ ἀ. πρὸς τὸν τοῦ νόμου λόγον ὀρθόν Pl.Lg.659d, ἀγωγῆς ὀρθῆς τυχεῖν Arist.EN 1179b31
educación παίδων Archyt.B 9, πρόνοιαν ποιουμένη τῆς τῶν ἐφήβων ἀγωγῆς IG 22.1041.7 (I a.C.), παιδονομήσας καὶ προνοήσας τῆς τῶν παίδων ἀγωγῆς καὶ παιδείας IIasos 99.5 (imper.), cf. 110.5 (I d.C.), IPr.114.20 (I a.C.)
sistema educativo Arist.Pol.1292b14, Aristeas 43, 235, esp. de la educación pública de la juventud espartana, Sosib.4, Plb.1.32.1, Plu.Ages.1
disciplina Eus.HE 2.17.14
de las plantas cultivo Thphr.HP 1.3.2
adiestramiento θηρίων Philostr.VA 7.30
escuela filosófica, regla de vida S.E.P.1.145, 150, cf. τῶν ... ἐν ἀγωγαῖς καὶ ἐν ἔθεσι ποιοῖς γεγονότων los que tienen tal género de vida (regio) y tales costumbres Chrysipp.Stoic.3.173, κυνικὴ ἀ. D.L.4.52
comportamiento moral διὰ τὴν αὐτοῦ κόσμιον ἀγωγὴν IEphesos 1546.3 (I d.C.), ἄνδρα φιλότειμον καὶ ἐνάρετον καὶ ἀπὸ προγόνων εὐσχήμονα καὶ ἤθει καὶ ἀγωγῇ κόσμιον IM 164.3 (II d.C.).
IV 1tendencia ἐναντίαι ἀγωγαὶ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ Pl.R.604b, ἀ. ἐπί τι Hp.Epid.1.1
estructura interna de una ley, sentido Arist.Rh.1375b12.
2 tendencia general, línea a seguir en lógica método λόγοι τὰς ἀγωγὰς ὑγιεῖς Chrysipp.Stoic.2.84
deducción ἡ μὲν ἀ. τοῦ λόγου ὑγιής Chrysipp.Stoic.2.99
de enfermedades tratamiento χρῆσθαι τῇ πρὸς τὰ τοιαῦτα πάθη ... ἀγωγῇ Gal.9.496, cf. 8.292, 322, 12.414
ref. al comportamiento conducta, PTeb.24.57 (II d.C.), Gal.19.227
de obras literarias estilo τὴν Ἰσοκράτειον ἀγωγήν D.H.Isoc.20.1
línea argumental Plu.2.106b
en gener. características, condición ψυχῶν Eus.MP 11.1 (p.931), de una lengua, Str.14.1.41.
3 mús. secuencia de notas, línea melódica τοῦ μέλος Aristox.Harm.66.6
sucesión de notas consecutivas op. a la πλοκή como modo de ejecución ἀγωγὴ μέν ἐστιν, ὅτε διὰ τῶν ἑξῆς φθόγγων ποιοῦμεθα τὴν μελῳδίαν Aristid.Quint.16.19, cf. Aristox.Harm.38.4, Aristid.Quint.29.8, 79.23, Mart.Cap.9.958
ritm. grado de velocidad en la ejecución o declamación, aire, tempo de un pie métrico τὰς ἀγωγὰς τοῦ ποδός Pl.R.400c, τὰ μεγέθη κινεῖται τῶν ποδῶν διὰ τῆς ἀγωγῆς δύναμιν las magnitudes de los pies se alteran por el carácter del tempo Aristox.Harm.43.18, ἀγωγὴ δέ ἐστι ῥυθμικὴ χρόνων τάχος ἢ βραδύτης el tempo rítmico es la rapidez o lentitud de las duraciones Aristid.Quint.39.26, cf. Aristox.Fr.Neap.14, 15, Fr.Temp.32, Rhyth.Ox.5.15, Aristid.Quint.32.9, 40.1.
4 gram. derivación Eust.395.11, 843.30.
V del mov. concr. y fig.
1 mat. proceso en la solución de un problema, Dioph.1.344.3.
2 trazado de líneas, Procl.in Euc.284.1, 376.29.
3 manejo de máquinas de guerra, Ph.Bel.57.13.
4 observancia μηνῶν Gem.8.48.
B 1carga, arqueo de un barco PEnteux.27.2 (III a.C.), POxy.2670.1.2 (II d.C.), PCair.Isidor.50.19, 35 (IV d.C.).
2 carga de paja PMeyer 2.15, 16 (ambos II a.C.).

English (Abbott-Smith)

ἀγωγή, -ῆς, ἡ (< ἄγω), [in LXX: Es 2:20 10:3, II Mac 4:16 6:8 11:24, III Mac 4:10 * ;]
1.a carrying away.
2.a leading, guiding; metaph., training; hence, from the expression ἀ. τοῦ βίου, absol., conduct, way of life: II Ti 3:10 (Cremer, 61; MM, VGT, s.v.). †

English (Strong)

reduplicated from ἄγω; a bringing up, i.e. mode of living: manner of life.

English (Thayer)

(ῆς, ἡ (from ἄγω, like ἐδωδή from ἔδω);
1. properly, a leading.
2. figuratively,
a. transitive, a conducting, training, education, discipline.
b. intransitive, the life led, way or course of life (a use which arose from the fuller expression ἀγωγή τοῦ βίου, in Polybius 4,74, 1,4; cf. German Lebensführung): R. V. conduct) (ἡ ἐν Χριστῷ ἀγωγή, Clement of Rome, 1 Corinthians 47,6 [ET]; ἁγνή ἀγωγή, ibid. 48,1 [ET]). Often in secular authors in all these senses.

Greek Monotonic

ἀγωγή: ἡ (ἄγω), I. 1. α) μεταφορά, κουβάλημα, σε Ηρόδ. κ.λπ.· πρὸς τὰς ἀγωγὰς χρῆσθαι ὑποζυγίοις, σε Πλάτ. β) αμτβ., τὴν ἀγωγὴν ἐποιεῖτο, συνέχισε το ταξίδι του, σε Θουκ.· κίνηση, τοῦ ποδός, σε Πλάτ.
2. η μεταφορά προς ή σε..., ὑμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀγωγή, οδηγήσατε εμάς ενώπιον του συμβουλίου, σε Θουκ.
3. απομάκρυνση, απαγωγή, σε Αισχύλ., Σοφ.
II. 1. καθοδήγηση προς ένα σημείο ή μέρος, οδηγία, διεύθυνση· ἵππου, σε Ξεν.
2. οδηγία, διεύθυνση μιας στρατιάς, σε Πλάτ.· ἐν ταῖς ἀγωγαῖς, σε πορεία, εκστρατεία, σε Ξεν.
3. διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση, σε Πλάτ. κ.λπ.· λέγεται για φυτά, καλλιέργεια, σε Θεόφρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγωγή:
1) ведение (sc. τοῦ ἵππου Xen.);
2) приведение: привод Aesch.: ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀ. Thuc. приведение в комиссию (для допроса);
3) передвигание, движение: ἐναντία ἀ. Plat. обратное движение; αἱ ἀγωγαὶ τοῦ ποδός Plat. (ритмические) движения ноги, т. е. правильное чередование стоп;
4) увод, увоз (sc. τοῦ βασιλέως Her.; sc. τοῦ Οἰδίποδος Soph.);
5) перевозка, доставка: πρὸς τὰς ἀγωνὰς ὑποζυγίοις χρῆσθαι Plat. пользоваться для перевозок вьючными животными;
6) отъезд, поездка: τὴν ἀγωγὴν διὰ τάχους ποιεῖσθαι Thuc., ускорить свой отъезд;
7) поход (αἱ πολεμικαὶ ἀγωγαί Plat.): ἐν ταῖς ἀγωγαῖς Xen. во время (военных) переходов;
8) руководство, управление (τῆς πολιτείας Polyb.): τὴν ἀγωγὴν ποιεῖσθαι τῶν πραγμάτων Polyb. заниматься государственными делами; ἀ. τοῦ νόμου Plat. руководство со стороны закона;
9) воспитание, обучение (παίδων Plat.; Λακωνικὴ ἀ. Polyb.; ἡ τῶν παρθένων ἀ. Plut.);
10) поведение, образ жизни (τὸ ἦθος καὶ ἡ ἀ. Arst.);
11) направление, метод Arst.;
12) филос. направление, школа Sext.;
13) муз. система, лад (ἡ διθυραμβικὴ ἀ. Plut.).

Middle Liddell

[ἄγω]
I. a carrying away, carriage, Hdt., etc.; πρὸς τὰς ἀγωγὰς χρῆσθαι ὑποζυγίοις Plat.
b. intr., τὴν ἀγωγὴν ἐποιεῖτο pursued his voyage, Thuc.: movement, τοῦ ποδός Plat.
2. a bringing to or in, ὑμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀγ. your bringing us before the council, Thuc.
3. a carrying off, abduction, Aesch., Soph.
II. a leading towards a point, guiding, ἵππου Xen.
2. the leading of an army, Plat.; ἐν ταῖς ἀγ. on marches, Xen.
3. a training, education, Plat., etc.; of plants, culture, Theophr.

Chinese

原文音譯:¢gwg» 阿哥給
詞類次數:名詞(1)
原文字根:帶領(著) 相當於: (אָמְנָה‎)
字義溯源:養育好性格,行為,指引,品行;源自 (ἄγω)*=帶領。保羅勸勉提摩太要學習跟從他的榜樣時,使用了這編號
同源字:1) (ἄγω)帶領 2) (ἀγωγή)指引 3) (ἀποσυνάγωγος)被革除 4) (ἐπεισαγωγή)引進 5) (συνάγω)共同帶領 6) (συναγωγή)會堂 7) (χειραγωγέω)用手引領 8) (χειραγωγός)用手引領者
同義字:1) (ἀγωγή)養育好性格 2) (ἀναστροφή)品行 3) (ὁδός / ὁδοποιέω)道路 4) (πορεία / πορία)路程 5) (τρόπος)樣式
出現次數:總共(1);提後(1)
譯字彙編
1) 品行(1) 提後3:10