Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επηρεάζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(AM ἐπηρεάζω)
ασκώ βλαβερή επίδραση
νεοελλ.
1. επιδρώ, επενεργώ («η υγρασία επηρεάζει τα μέταλλα»)
2. (για πρόσ.) επιδρώ στη βούληση ή στο συναίσθημα άλλου («επηρεάζεται εύκολα από τους γύρω του»)
αρχ.-μσν.
1. ενοχλώ («ἐπηρεάζων μοι συνεχῶς καὶ μικρὰ καὶ μείζω»)
2. περιφρονώ, εξυβρίζω
3. προσβάλλω, θίγω
μσν.
1. στενοχωρώ
2. αναγκάζω κάποιον να πληρώσει φόρο
αρχ.
1. απειλώ, φοβερίζωτάδε σφιλέγετε ἐπηρεάζοντες», Ηρόδ.)
2. φέρομαι αλαζονικά
3. εναντιώνομαι με θράσος σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επήρεια, αντί επηρειάζω κατά προφύλαξη].