Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιμένω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

(AM ἐπιμένω) μένω
μένω σταθερός, εξακολουθώ να υποστηρίζω τη γνώμη μου (α. «ο επιμένων νικά» β. «ἡμεῑς ἐπὶ τῇ ζητήσει ἐπιμείνωμέν τε καὶ καρτερήσωμεν», Πλάτ.)
αρχ.-μσν.
1. υπομένω, καρτερώ (α. για το Χριστό
«σύντομον ἐπέμεινε θάνατον» β. «ἔμπης οὖν ἐπιμεῑναι ἐς αὔριον», Ομ. Οδ.)
μσν.
εξακολουθώ να υπάρχω, παραμένω ζωντανός
αρχ.
1. μένω σ’ έναν τόπο («ἐπέμειναν ἐπὶ τῶν τυράννων ἐν τῇ πόλει», Ανδοκ.)
2. στέκομαι κάπου («τὸν πηλόν... ἐπὶ τοῦ νώτου ἔφερον ἐγκεκυφότες τε, ὡς μάλιστα μέλλοι ἐπιμένειν», Θουκ.)
3. ξοδεύω τον χρόνο μου για κάτι
4. μένω πιστόςμάλα ἐπιμένουσι τῷ μὴ ἀδικεῑν», Ξεν.)
6. διαρκώ, αντέχω
7. περιμένω («τίς ἄρα πότμος ἐπιμένει τὸν ἄλκιμον τᾱσδε γᾱς ἄνακτα;», Ευρ.).