Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζωηφόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ζωηφόρος Medium diacritics: ζωηφόρος Low diacritics: ζωηφόρος Capitals: ΖΩΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: zōēphóros Transliteration B: zōēphoros Transliteration C: zoiforos Beta Code: zwhfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A life-bringing, Them.Or.19.228d, Sch.Il.8.70; ζ. γραμμὴ [χειρός] line of life, in palmistry, Cat.Cod.Astr.7.238.

German (Pape)

[Seite 1142] Leben bringend, Sp., wie Themist. 19.

Greek (Liddell-Scott)

ζωηφόρος: -ον, ὁ φέρων ζωήν, Συλλ. Ἐπιγρ. 8815· -φόριος, ον, Συνέσ. Ὕμν. 3. 601.

Greek Monolingual

-ο (AM ζωηφόρος, -ον)
αυτός που παρέχει ζωή, ζωοδότης, ζωογόνος, σωτήριος
νεοελλ.
το θηλ. ως ουσ. η ζωηφόρος
εσφ. τ. αντί ζωφόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζωή + -φόρος (< φέρω), πρβλ. αχθο-φόρος, καρπο-φόρος.