Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κήλημα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: Κήλημα Medium diacritics: κήλημα Low diacritics: κήλημα Capitals: ΚΗΛΗΜΑ
Transliteration A: kḗlēma Transliteration B: kēlēma Transliteration C: kilima Beta Code: *kh/lhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A charm, spell, in pl., Ibyc. 2, E.Tr.893: sg., Id.Hyps.Fr.26(32).

German (Pape)

[Seite 1431] τό, Bezauberung, Täuschung, Eur. Troad. 393; Ibyc. beim Schol. Plat. p. 40 vom Liebeszauber.

Greek (Liddell-Scott)

κήλημα: τό, μαγικὸν θέλγητρον, Ἴβυκ. 2, Εὐρ. Τρῳ. 893· πρβλ. λυτήριος.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
charme magique ; charme, séduction.
Étymologie: κηλέω.

Greek Monolingual

κήλημα, -ήματος, τὸ (Α) κηλώ
γοητεία, μαγεία, μαγικό θέλγητρο, μαγικό φίλτρο.

Greek Monotonic

κήλημα: -ατος, τό, μαγικό θέλγητρο, φυλαχτό, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

κήλημα: ατος τό очарование, прелесть Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κήλημα -τος, τό [κηλέω] tovermiddel.

Middle Liddell

κήλημα, ατος, τό, κηλέω
a magic charm, spell, Eur.