Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαγεία

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: μᾰγεία Medium diacritics: μαγεία Low diacritics: μαγεία Capitals: ΜΑΓΕΙΑ
Transliteration A: mageía Transliteration B: mageia Transliteration C: mageia Beta Code: magei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A theology of the Magians, μ. ἡ Ζωροάστρου Pl.Alc.1.122a.    II magic, Thphr.HP9.15.7 (pl.), Act.Ap.8.11 (pl.), PMag.Berol.1.127, etc.; τὴν γοητικὴν μ. οὐδ' ἔγνωσαν [οἱ μάγοι] Arist. Fr.36.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰγεία: ἡ, (μαγεύω) ἡ θεολογία τῶν μάγων, μ. ἡ Ζοροάστρου Πλάτ. Ἀλκ. 1. 122Α. ΙΙ. ὡς καὶ νῦν, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 15, 7, κτλ.· τὴν γοητικὴν μ. οὐδ’ ἔγνωσαν οἱ μάγοι Ἀριστ. Ἀποσπ. 31.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 religion des mages;
2 magie, sorcellerie.
Étymologie: μάγος.

Spanish

magia

English (Strong)

from μαγεύω; "magic": sorcery.

Greek Monolingual

η (AM μαγεία, Μ και μαγειά) μαγεύω
η μαγική τέχνη, τα μάγια, η χρησιμοποίηση φίλτρων, φαρμάκων, μαγγανειών, επωδών και άλλων μυστηριωδών μεθόδων ή μέσων, με σκοπό την πρόκληση υπερφυσικής ενέργειας τών μυστικών δυνάμεων της φύσης πάνω στον άνθρωπο
νεοελλ.
1. μτφ. καθετί εξαίσιο που προκαλεί μεγάλη ψυχική ευχαρίστηση, γοητεία, απόλαυση («η βραδιά είναι μαγεία»)
2. φρ. α) «μαύρη μαγεία» — μαγεία με επίκληση κακοποιών, διαβολικών δυνάμεων για την πρόκληση κακού
β) «λευκή μαγεία» — η τέχνη της δημιουργίας ευνοϊκών αποτελεσμάτων, τα οποία φαινομενικά είναι θαυμαστά και μυστηριώδη, στην πραγματικότητα όμως οφείλονται σε φυσικά αίτια
γ) «ως διά μαγείας» — αιφνίδια, απροσδόκητα, σαν από υπερφυσική δύναμη
μσν.
κάθε μέσο που χρησιμοποιείται για μαγικό σκοπό, μαγική ενέργεια, μάγια
αρχ.
η θεολογία και η θεολατρία τών μάγων («ὧν ὁ μὲν μαγείαν τε διδάσκει τὴν Ζωροάστρου», Πλάτ.).

Greek Monotonic

μᾰγεία: ἡ (μαγεύω), η θεολογία των Μάγων, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μᾰγείᾱ:
1) магия, учение магов (μ. ἡ Ζωροάστρου Plat.);
2) (тж. ἡ γοητικὴ μ. Arst.) колдовство, ворожба (ταῖς μαγείαις ἐξεστηκέναι τινά NT).

Middle Liddell

μᾰγεία, ἡ, μαγεύω
the theology of the Magians, Plat.

Chinese

原文音譯:mage⋯a 馬給阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:魔術,眾多
字義溯源:魔術,巫術,邪術;源自(μαγεύω)=行邪術),而 (μαγεύω)出自(μάγος)=魔術師)。參讀 (μαγεύω)同源字
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 邪術(1) 徒8:11