Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρέσσων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κρέσσων Medium diacritics: κρέσσων Low diacritics: κρέσσων Capitals: ΚΡΕΣΣΩΝ
Transliteration A: kréssōn Transliteration B: kressōn Transliteration C: kresson Beta Code: kre/sswn

English (LSJ)

   A v. κρείσσων.

Greek (Liddell-Scott)

κρέσσων: Ἰων. ἀντὶ κρείσσων, ἐν χρήσει καὶ παρὰ Πινδ.

English (Slater)

κρέσσων (-ων, -ον(α), -ονες, -όνων, -ονας; -ον acc., -όνων.)
   a of people, stronger.
   I κρέσσων δὲ καππαύει δίκαν τὰν πρόσθεν ἀνήρ (N. 9.15) καὶ κρέσσον' ἀνδρῶν χειρόνων ἔσφαλε τέχνα καταμάρψαισ (I. 4.34) c. gen. comp., κ]ρέσσονᾳ[ (cf. Σ, ὑπερ]άνω τῶν χρημ[άτων) ?fr. 346a. 1.
   II pro subs., higher powers (cf. Bischoff, Gnomen, 14.) νεῖκος δὲ κρεσσόνων ἀποθέσθ' ἄπορον (O. 10.39) χαλεπὰ δ' ἔρις ἀνθρώποις ὁμιλεῖν κρεσσόνων (i. e. ἡ πρὸς τοὺς κρείττονας ἔρις. Σ.) (N. 10.72)
   b of things, greater, superior πένθος δὲ πίτνει βαρὺ κρεσσόνων πρὸς ἀγαθῶν (O. 2.24) οὐδ' ἀλλοτρίων ἔρωτες ἀνδρὶ φέρειν κρέσσονες pr. (N. 3.30) κεραυνοῦ τε κρέσσον ἄλλο βέλος διώξει χερὶ τριόδοντός τ (I. 8.34) c. gen. comp., κρέσσων γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος (v. l. κρέσσον) (P. 1.85) κρέσσονα μὲν ἁλικίας νόον φέρβεται γλῶσσάν τε pr. (P. 5.109) πέταται ὑποπτέροις ἀνορέαις, ἔχων κρέσσονα πλούτου μέριμναν above (P. 8.92) ἐντί τοι φίλιπποί τ' αὐτόθι καὶ κτεάνων ψυχὰς ἔχοντες κρέσσονας ἄνδρες above (N. 9.32)

Greek Monolingual

κρέσσων, -ον (Α)
ιων. τ. βλ. κρείσσων.

Russian (Dvoretsky)

κρέσσων: 2, gen. ονος дор.-ион. = κρείσσων.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κρέσσων Ion. voor κρείττων.