Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόσθεν

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πρόσθεν Medium diacritics: πρόσθεν Low diacritics: πρόσθεν Capitals: ΠΡΟΣΘΕΝ
Transliteration A: prósthen Transliteration B: prosthen Transliteration C: prosthen Beta Code: pro/sqen

English (LSJ)

and in Poets πρόσθε, also in Ion. Prose (Hdt.1.11, al., cf. ἐπίπροσθε); Dor. and Aeol. πρόσθα A.D.Adv.153.20, E.M.424.12 (in elision πρόσθ', Alcm.73, Sapph.Supp.1.5); Dor. also πρόθεν (cf. ὄπιθεν), Greg.Cor.p.222S.: Adv.    A as Prep. with gen.:    I of Place or Space, before, στῆ πρόσθ' αὐτοῖο Il.5.170; πεζὸς πρόσθ' ἵππων 13.385, cf. 392, etc.; κατὰ τεύχε' ἔθηκε πρόσθεν Ἀχιλλῆος 19.13; π. ποδῶν Od.22.4, cf. Il.23.877; ἐκ δὲ τὼ ἀΐξαντε πυλάων π. μαχέσθην before, i.e. outside, 12.145, cf. 9.473; νῆσος . . π. Σαλαμῖνος τόπων A.Pers.447; π. Μυρμιδόνων πολεμιζέμεν in front of them, at their head, Il.16.220; ἐν τῷ π. τοῦ στρατεύματος in front of . ., X.Cyr.5.3.52; εἰς τὸ π. τῶν ὅπλων ἐκαθέζοντο Id.An.3.1.33; εἰς τὸ π. τινῶν θεῖναί τι ἐπὶ τὴν γῆν Pl.R.618a: with collat. notion of defence, [σάκος] πρόσθε στέρνοιο φέρων Il.7.224; στὰς πρόσθεν νέκυος 16.321; τάων οὔτοι π. ἵσταμαι I defend them not, 4.54: hence, for, on behalf of, π. φίλων τοκέων ἀλόχων τε καὶ υἱῶν 21.587, cf. 16.833; ὅς τε ἑῆς π. πόλιος λαῶν τε πέσῃσιν Od.8.524.    2 with Verbs of motion, π. ἕθεν φεύγοντα Il.5.56, 80, 20.402; π. δὲ κί' αὐτοῦ 15.307.    3 metaph., οὐδὲν ἐς π. κακῶν E.Hec.961: of preference, ἄγειν τινὰ π. τινός Id.Ba.225; π. τιθέναι τί τινος Id.Hec.129 (anap.), cf. IG22.1299.58; αἰσχρὰ π. τοῦ καλοῦ ζητεῖν E.Fr.659.7.    II of Time, before, πρόσθ' ἄλλων Il.2.359, cf.S.Ph.778; τοῖιν δ' ἔγνω π. first of the twain, Il.13.66, cf. Hes.Th. 746; ἐμοῦ π. A.Pers.529; τοῦ χρόνου π. θανοῦμαι S.Ant.462; π. ἑσπέρας X.Cyr.7.5.43.—The gen. sts. stands before πρόσθεν, Il.4.54, etc., cf. supr. When it seems to be folld. by a dat., this dat. must be connected with the Verb, and πρόσθεν taken as Adv., v. infr. B. 1.1.    B as Adv.:    I of Place or Space, before, in front, π. λέων ὄπιθεν δὲ δράκων Il.6.181, Hes.Th.323; π. δέ οἱ δόρυ τ' ἔσχε καὶ ἀσπίδα Il.5.300, cf. 315; π. δέ οἱ ποίησε γαλήνην Od.5.452; πρόσθ' ὁρόων θάνατον Il.20.481; ὁ π. the front rank man, X.Cyr.2.2.8; τὰ π. ib.6.3.2; τὰ π. (sc. σκέλη) the forelegs (of a horse), Id.Eq.1.12; ἡ χώρα ἡ π. Plb. 3.80.3; προῆγε εἰς τὸ π. on, forward, Id.4.66.5; ἀεὶ τοῦ π. ὀρεγόμενοι Id.3.84.12: with collat. notion of defence, π. σάκεα σχέθον Il.4.113; ἥ τοι π. στᾶσα βέλος ἄμυνεν ib.129.    2 with Verbs of motion, before, in front, π. ἔφευγε 22.158; ἥ οἱ π. ἰοῦσα 20.95; π. ἡγεμονεύειν Od.22.400, 24.155; ἵππους π. βαλεῖν, v. βάλλω A.11.5; ἐς τὸ πρόσθε παριέναι forward, Hdt.8.89; πάριτ' εἰς τὸ π. Ar.Ach.43; εἰς τὸ π. προΐωμεν Pl.R.437a, etc.; μηδεμίαν αἰσχύνην π. ποιεῖσθαι allow to stand in the way, Id.Lg.732b.    3 metaph., εἰς τὸ π. ἔτι ζητήσαντες Id.Sph.258c; τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ π. ἄξομεν S.Aj.1249.    II of Time, before, formerly, erst, οὗ καὶ π. ἀρίστη φαίνετο βουλή Il.7.325, etc.; οὔποτε π. S.Aj.318; οὔπω π. X.An.5.4.18; ἔτι π. Pl.Sph.242d; σμικρῷ π. Id.Lg.969b; οἱ π. ἄνδρες the men of old, Il.9.524; τοῦ π. Κάδμου τοῦ πάλαι τ' Ἀγήνορος S.OT268; ὁ π. γεννηθείς Id.OC375; ἡ π. the elder, E.Ph.58; of things, οἱ π. πόνοι the former, earlier labours, A.Supp.52 (lyr.); ἁ π. ἱππεία S.El.504 (lyr.); ὁ π. λόγος Id.OT851; ἡ π. ἡμέρα X.An.2.3.1, etc.; τὰ π. what was said above, Pl.Phdr.238b; also τὸ π., as Adv., formerly, Il.23.583, Od.4.688; ταὐτὰ τῷ π. the same as before, Pl.Phdr.241b; τὰ π. A. Ag.19.    C folld. by a Particle, πρόσθεν, πρὶν . .before . ., mostly with a neg., οὐ πρόσθεν... πρίν γε . . με ἴδηται Od.17.7, cf. X.An.1.1.10, Cyr. 1.2.8, etc.; οὐ π. πρὶν ἤ . .ib.1.4.23: without a neg., π. πρὶν τυχεῖν Pi.P.2.91: also π. ἢ . . S.OT736, El.82, 1333; ποτιτάσσει . . μὴ π. ἐξελθεῖν ἢ τὰν ματέρα κατακάνῃ Anon.Mythogr. in PSI9.1091.3.    2 sooner, rather, π. ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν would die sooner than . ., X.An.2.1.10.

German (Pape)

[Seite 765] ion. u. poet. auch πρόσθε (vgl. Lob. Phryn. 284), – a) als praepos. = πρό, c. genit., – 1) vom Orte oder Raume, vor; Hom., Hes. u. Folgde; bes. vor Einem, zu seinem Schutze, zu seiner Vertheidigung, (σάκος) τὸ πρόσθε στέρνοιο φέρων, Il. 7, 224. 16, 321; ὅςτε ἑῆς πρόσθεν πόλιος λαῶν τε πέσῃσιν, der für die Vaterstadt fällt, Od. 8, 524; Il. 21, 587, draußen, vor, πυλάων, πόλιος, 7, 145. 22, 464 u. sonst; Aesch. Spt. 507; u. übh. von der nächsten, unmittelbaren Nähe, Il. 19, 13; πρόσθε ποδός, 23, 877; νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαμῖνος τόπων, Aesch. Pers. 439, vgl. Eum. 46; εἰς τὸ πρόσθεν σφῶν θεῖναι ἐπὶ τὴν γῆν, Plat. Rep. X, 618 a; Phil. 62 e. – 2) von der Zeit, vor, eher als, πρόσθ' ἄλλων, eher als die Andern, Il. 2, 359; ἐάνπερ δεῦρ' ἐμοῦ πρόσθεν μόλῃ, Aesch. Pers. 521; ἐμοί τε καὶ τῷ πρόσθ' ἐμοῦ κεκτημένῳ, Soph. Phil. 769. – Zuweilen steht πρόσθεν seinem gen. nach, Il. 4, 54. 16, 833; τῶν πρόσθ' Ἰαπετοῖο πάϊς ἔχετ' οὐρανὸν εὐρύν, Hes. Theog. 746. – Πρόσθεν ἑσπέρας, Xen. Cyr. 7, 5, 43. – b) häufiger als adv. ohne Casus, – 1) räumlich, vor, vorn; Hom. oft, auch bei Verbis der Bewegung, nach vorn, vorwärts, ἵππους πρόσθε βαλεῖν, die Pferde vorwärts treiben, Il. 23, 572; auch πρόσθε βαλεῖν = zuvorkommen, einholen, 23, 639; πρόσθεν ἔχειν, zum Schutze vorhalten, Hom. oft c. dat., πρό σθε δέ οἱ δόρυ τ' ἔσχε καὶ ἀσπίδα, ihm zum Schutz, Il. 5, 300 (ein dat. steht auch dabei, als dat. commodi zu fassen, Il. 20, 95, ἥ οἱ πρόσθεν ἰοῦσα τίθει φάος, u. Od. 5, 452, πρόσθε δέ οἱ ποίησε γαλήνην); so auch Tragg.: πρώρα πρόσθεν ὄμμασιν βλέπουσ' ὁδόν, Aesch. Suppl. 697; ὀλίγον τοῦ ποιήματος εἰς τὸ πρόσθεν προελθών, Plat. Prot. 339 b; ἡ εἰς τὸ πρόσθεν κίνησις, Bewegung nach vorwärts, Tim. 40 b; παραγενέσθαι εἰς τὸ πρόσθεν, Xen. An. 3, 4, 38; εἰς τὸ πρόσθεν προϊέναι, 2, 1, 2 u. Folgde, wie Pol. u. Plut. Uebtr., εἰ τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ πρόσθεν ἄξομεν, d. i. vorziehen, Soph. Ai. 1228; vgl. λέκτρα πρόσθεν θήσειν λόγχης, Eur. Hec. 131; αἰσχρὰ κέρδη πρόσθε τοῦ καλοῦ ζητεῖν, frg.; so πρόσθεν ποιεῖσθαι, Plat. Legg. V, 732 b; ἥ τι τῶν ὑστέρων εἰς τὸ πρόσθεν τιμαῖς τάττουσα, III, 697 c; u. so auch Folgde. – 2) von der Zeit, vormals, ehedem, zuvor; Hom. u. Hes. oft; οὐ πρόσθεν, nicht eher, nicht früher, Od. 17, 7; οἱ πρόσθεν ἄνδρες, die Männer der Vorzeit, Il. 9, 524; oft Tragg.: οὓς πρόσθε Μαραθὼν βαρβάρων ἀπώλεσεν, Aesch. Pers. 467; u. bei subst., τῶν πρόσθε πόνων μνασαμένα, der frühern Leiden, Suppl. 51; τὸ πρόσθεν, τὰ πρόσθεν, Hom. u. Folgde, wie Aesch. Ag. 19. 1409; πρόσθε ποτέ, Pind. Ol. 11, 31; πρόσθεπρίν, P. 2, 91 (vgl. Xen. Cyr. 6, 4, 11); auch πρόσθεν ἤ, Soph. O. R. 736. 852; auch auf die Zukunft bezüglich, πότερα τἀμαυτοῦ κακὰ πρόσθεν δακρύσω, O. C. 1257; τοῦ πρόσθε Κάδμου, O. R. 268; auch τὸν πρόσθε γεννηθέντα, den ältern, O. C. 375; τὴν πρόσθεν ἄνασσαν, Eur. Hec. 61; οἱ πρόσθεν εἰρηκότες, Plat. Conv. 194 e; ἐν τῷ πρόσθεν u. ἐν τοῖς πρόσθεν, in dem Frühern, oft, wie ὁ πρόσθεν λόγος, Xen. An. 3, 1, 1; ἡ πρόσθεν ἡμέρα, 2, 3, 1; οἱ πρόσθεν ἄρχοντες, 3, 2, 31; im Ggstz von τότε, Cyr. 1, 4, 25, von νῦν, 8, 8, 4; οὐ πρόσθεν πρίν, 6, 4, 11; τεθνάναι πρόσθεν ἤ, An. 2, 1, 10; wie Pol. 3, 109, 8.

Greek (Liddell-Scott)

πρόσθεν: καὶ παρὰ ποιηταῖς (χάριν τοῦ μέτρου), πρόσθε, ὅπερ εἶναι ἐν χρήσει καὶ ἐν τῷ Ἰωνικῷ πεζῷ λόγῳ, (Ἡρόδ. 1. 11, κ. ἀλλ.)· ἴδε Κόντου Φιλολ. Σύμμικτα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Ε΄, σ. 39. Αἰολικ. πρόσθα, Α. Β. 563, 604, Ἐτυμολ. Μέγ., Ahrens D. Aeol. 153. Δωρ. ὡσαύτως, πρόθεν (πρβλ. ὄπιθεν), Γρηγ. Κορίνθου 222· Ἐπίρρ. (πρό, πρός). Α. ὡς πρόθεσις μετὰ γεν. Ι. ἐπὶ τόπου ἢ ἐκτάσεως, ἔμπροσθεν, στῆ πρόσθ’ αὐτοῖο, κτλ., Ἰλ.· πεζὸς πρόσθ’ ἵππων Ν. 385, πρβλ. 392, κτλ.· τεύχε’ ἔθηκε πρόσθεν Ἀχιλλῆος Τ. 13· πρ. ποδῶν Ὀδ. Χ. 4, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 877· πρ. πυλάων, πρ. πόλιος, ἔμπροσθεν, δηλ. ἔξω τῆς πόλεως, Μ. 145, κτλ.· νῆσος... πρ. Σαλαμῖνος τόπων Αἰσχύλ. Πέρσ. 447. ― πρ. Μυρμιδόνων πολεμιζέμεν, ἔμπροσθεν αὐτῶν, ἐπὶ κεφαλῆς, Ἰλ. Π. 220· καὶ παρὰ τοῖς Ἀττ., ἐν τῷ πρ. τοῦ στρατεύματος, ἔμπροσθεν..., Ξεν. Κύρ. 5. 3, 52· εἰς τὸ πρ. τινὸς θεῖναί τι ἐπὶ τὴν γῆν Πλάτ. Πολ. 618Α· ― συχνάκις μετὰ παραλλήλου σημασίας ὑπερασπίσεως, [[[σάκος]]] πρόσθε στέρνοιο φέρων Ἰλ. Η. 224· στὰς πρόσθε νεκύων Π. 321· ἥ τοι πρ. στᾶσα... ἄμυνεν Δ. 129· τάων οὔτοι πρ. ἵσταμαι, δὲν ὑπερασπίζω αὐτάς, αὐτόθι 54· ― ὅθεν ὡς αἱ προθ. πρό, ὑπέρ, πρόσθε φίλων τοκέων ἀλόχων τε καὶ υἱῶν Ἰλ. Φ. 537, πρβλ. Π. 833· ἑῆς πρ. πόλιος λαῶν τε πεσεῖν Ὀδ. Θ. 524. 2) μετὰ ῥημάτων κινήσεως, πρ. ἕθεν φεύγοντα Ἰλ. Ε. 56, 80, κτλ.· πρ. δὲ κίεν αὐτοῦ Ο. 307· εἰς τὸ πρ. τῶν ὅπλων Ξεν. Ἀν. 3. 1, 33. 3) μεταφορ., οὐδὲν ἐς πρ. κακῶν Εὐρ. Ἑκ. 961· ἐπὶ προτιμήσεως, ἄγειν τινὰ πρ. τινὸς ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 225· πρ. τιθέναι τί τινος ὁ αὐτ. ἐν Ἑκ. 131· αἰσχρὰ πρ. τοῦ καλοῦ ζητεῖν ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 660· ἴδε κατωτ., Β. Ι. 8. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, πρότερον, πρόσθ’ ἄλλων Ἰλ. Β. 359, πρβλ. Ν. 66, Σοφ. Φιλ. 778· ἐμοῦ πρ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 529· τοῦ χρόνου πρ. θανοῦμαι Σοφ. Ἀντ. 462· πρ. ἑσπέρας Ξεν. Κύρ. 7. 5, 42. ― Ἡ γενικὴ ἐνίοτε προτάσσεται τοῦ πρόσθεν, τάων οὔ τι ἐγὼ πρόσθ’ ἵσταμαι Ἰλ. Δ. 54., Μ. 145, Ἡσίοδ., κλπ., ἴδε ἀνωτ. Ὁσάκις φαίνεται ὅτι συντάσσεται μετὰ δοτικῆς, ἡ δοτικὴ αὕτη πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ῥῆμα, τὸ δὲ πρόσθεν νὰ ληφθῇ ὡς ἐπίρρ., ἴδε κατωτ. Β. Ι. 1. Β. ὡς ἐπίρρ.· Ι. ἐπὶ τόπου ἢ ἐκτάσεως τοπικῆς, ἔμπροσθεν, ἐνώπιον, πρόσθε λέων ὄπιθεν δὲ δράκων Ἰλ. Ζ. 181, Ἡσ. Θεογ. 323· πρ. δὲ οἱ δόρυ τ’ ἔσχε καὶ ἀσπίδα Ἰλ. Ε. 300, πρβλ. 315· πρ. δὲ οἱ ποίησε γαλήνην Ὀδ. Ε. 452· πρόσθ’ ὁρόων θάνατον Ἰλ. Υ. 481· ― οἱ πρόσθεν, οἱ ἐν ταῖς πρώταις τάξεσιν ἄνδρες, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ οἱ ὄπισθεν, Ε. 595· ἐντεῦθεν παρ’ Ἀττικ., οἱ πρόσθεν Ξεν. Κύρ. 2. 2, 8· τὰ πρ. αὐτόθι 6. 3, 2· τὰ πρ. σκέλη (ἴδε πρόσθιος) ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 1, 12· ἡ χώρα ἡ πρ. Πολύβ. 3. 80, 3· εἰς τὸ πρ. 4. 66, 5· τοῦ πρ. ὀρέγεσθαι 3. 84, 12· ― μετὰ τῆς παραλλήλου ἐννοίας τῆς ὑπερασπίσεως, πρ. σάκεα σχέθον Ἰλ. Δ. 113. 2) μετὰ ῥημάτων κινήσεως, ἐμπρός, πρὸς τὰ ἐμπρός, πρ. ἔφευγε, Χ. 158· ἣ οἱ πρ. ἰοῦσα Υ. 95· πρ. ἡγεμονεύειν Ὀδ. Χ. 400, Ω 154· ἵππους πρ. βαλεῖν, ἴδε βάλλω Α. ΙΙ. 5· οὕτως, ἐς τὸ πρ. παριέναι Ἡρόδ. 8. 89· πάριτ’ ἐς τὸ πρ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 43, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 437Α, κτλ.· πρ. προεῖσθαι ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 732Β. 3) μεταφορ., εἰς τὸ πρ. ἀεὶ ζητεῖν ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 258C· ἄγειν τινὰ ἐς τὸ πρ. (ἴδε ἀνωτ. Α. Ι. 3), Σοφ. Αἴ. 1249. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, πρότερον, προηγουμένως, ἄλλοτε, Ὅμ., Ἡσ., κλπ.· οὐ πρόσθεν, οὐχὶ πρότερον, Ὀδ. Ρ. 7· οὔποτε πρ. Σοφ. Αἴ. 318· οὔπω πρ. Ξεν. Ἀνάβ. 5. 4, 18. ἔτι πρ. Πλάτ. Σοφιστ. 242D· σμικρῷ πρ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 969Β· ― οἱ πρόσθεν ἄνδρες, οἱ πάλαι, Ἰλ. Ι. 524· οὕτω, τοῦ πρ. Κάδμου τοῦ πάλαι τ’ Ἀγήνορος Σοφ. Ο. Τ. 268· ὁ πρ. γεννηθεὶς ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 375· ἡ πρ., ἡ πρεσβυτέρα, Εὐρ. Φοίν. 58· οὕτως, ἐπὶ πραγμάτων, οἱ πρ. πόνοι, οἱ προγενέστεροι, πρότεροι, προηγούμενοι, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 52· ἁ πρ. ἱππεία Σοφ. Ἠλ. 504· ὁ πρ. λόγος ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ 851· ἡ πρ. ἡμέρα, νύξ, ὁ πρ. χρόνος Ξεν. Ἀν. 2. 3, 1, κτλ.· τὰ πρόσθεν, τὰ παρελθόντα, Πλάτ. Φαῖδρ. 238Β· ― ὡσαύτως, τὸ πρ. ὡς ἐπίρρ., πρότερον, ἄλλοτε, Ἰλ. Ψ. 583, Ὀδ. Δ. 688· ταὐτὰ τῷ πρ., τὰ αὐτὰ ἅπερ καὶ πρότερον, Πλάτ. Φαῖδρ. 241Β· καὶ οὕτω, τὰ πρ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 19. Γ. Ἑπομένης ἐξηρτημένης προτάσεως διὰ τοῦ πρίν, πρόσθεν, πρίν..., πρὶν ἤ..., Λατ. priusquam, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀρνήσεως, οὐ πρόσθε..., πρὶν γέ με... ἴδητε Ὀδ. Ρ. 7, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 1. 1, 10, Κύρ. 1. 2, 8, κτλ.· ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἀρνήσεως, πρ. πρὶν τυχεῖν Πινδ. Π. 2. 169· ― ὡσαύτως, πρόσθεν ἤ... Σοφ. Ο. Τ. 736, Ἠλ. 82, 1333· πρόσθεν πρὶν ἢ Ξεν. Κύρ. 1. 4, 23. 2) ὡς τὸ Λατ. potius, πρ. ἀποθανεῖν ἤ..., μᾶλλον νὰ ἀποθάνω παρά..., ὁ αὐτ. ἐν Ἀν. 2. 1, 10. ― Πρβλ. πρὶν Β. Ι.

French (Bailly abrégé)

adv. et prép.
avant;
A. adv.
I. avec idée de lieu;
1 en avant, devant, par devant : πρόσθε λέων, ὅπιθεν δὲ δράκων IL lion par devant, dragon par derrière ; ὁ πρόσθεν, qui précède, chef de file ; avec idée de mouv. εἰς τὸ πρόσθεν ἰέναι, marcher en avant ; πρόσθεν φεύγειν IL fuir devant (un ennemi);
2 fig. en avant, de préférence, plutôt : ἄγειν τινὰ ἐς τὸ πρόσθεν SOPH faire passer qqn avant ; πρόσθεν ἀποθανεῖν XÉN mourir plutôt que, etc.
II. avec idée de temps auparavant, avant : ὡς τὸ πρόσθεν IL comme auparavant ; οἱ πρόσθεν ἄνδρες IL les gens d’autrefois, les hommes du temps passé ; ὁ πρόσθεν χρόνος SOPH le temps passé ; ἡ πρόσθεν ἡμέρα XÉN le jour d’avant ; οὐ πρόσθεν πρίν γε, avec le sbj. : pas avant que;
B. • Prép. avec le gén.
I. avec idée de lieu;
1 devant : πεζὸς πρόσθ’ ἵππων IL à pied devant les chevaux ; τεύχ’ ἔθηκεν πρόσθεν Ἀχιλλῆος IL elle déposa les armes devant Achille ; πρόσθεν Μυρμιδόνων πολεμίζεμεν IL combattre à la tête des Myrmidons ; avec un verbe de mouv. φεύγειν πρόσθεν τινός IL fuir devant qqn;
2 en se plaçant devant (pour protéger) : τάων οὔ τοι ἐγὼ πρόσθ’ ἵσταμαι IL je ne me place pas devant elles (Argos, Sparte, Mycènes) càd je ne les défends pas ; pour : τάων πρόσθεν πολεμίζειν IL combattre pour elles;
3 fig. πρόσθεν τιθέναι τί τινος EUR mettre une personne ou une chose avant une autre, la préférer à une autre;
II. avec idée de temps avant, plus tôt que : πρόσθ’ ἄλλων IL avant les autres, plus que les autres ; πρόσθεν τῆς ἡσπέρας XÉN avant le soir.
Étymologie: πρός, -θεν.

English (Autenrieth)

in front, before, formerly , of place and of time; (the Chimaera), πρόσθε λέων, ὄπιθεν δὲ δράκων, Il. 6.181; οἱ πρόσθεν, ‘the men of old, ’ Il. 9.524; as prep., w. gen., often of place, also to denote protection, like πρό or ὑπέρ, Φ , Od. 8.524; local and temporal, Il. 2.359.

Greek Monolingual

και δωρ. και αιολ. τ. πρόσθα και δωρ. τ. πρόθεν, πρόθθα και πρόστα Α
Α' (ως πρόθ. με γενική) Ι. τοπ.
1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι (α. «νῆσος... πρόσθε Σαλαμῑνος τόπων», Αισχύλ.) β. «στῆ δὲ πρόσθ' αὐτοῑο», Ομ. Ιλ.)
2. για κάποιον ή για κάτι, υπερασπίζοντας κάποιον («πρόσθε φίλων τοκέων ἀλόχων τε καὶ υἱῶν» Ομ. Ιλ.)
3. (με ρήματα που δηλώνουν κίνηση) εμπρός, προς τα εμπρόςπρόσθεν ἕθεν φεύγοντα», Ομ. Ιλ.)
4. (σε δήλωση προτιμήσεως) μπροστά από κάτι, πάνω από κάτι (α. «τὴν δ' Ἀφροδίτην πρόσθ' ἄγειν τοῦ Βακχίου», Ευρ.
β. «αἰσχρὰ πρόσθεν τοῦ καλοῡ ζητεῑν», Ευρ.)
II. χρον.
1. προηγουμένως, πριν από (α «πρόσθ' ἄλλων», Ομ. Ιλ.
β. «τοῦ χρόνου πρόσθεν θανοῡμαι», Σοφ.
γ. «πρόσθεν ἑσπέρας», Ξεν.). Β' (ως επίρρ.) Ι. τοπ.
1. μπροστά από κάτι ή στο μπροστινό μέρος (α. «πρόσθε λέων ὄπιθεν δὲ δράκων», Ομ. Ιλ.
β. «πρόσθε δὲ οἱ ποίησε γαλήνην», Ομ. Οδ.)
2. φρ. α) «ὁ πρόσθεν» — ο πρώτος, στην πρώτη σειρά
β) «τὰ πρόσθεν»
(για άλογο) τα μπροστινά πόδια
γ) «προῆγε εἰς τὸ πρόσθεν» — οδηγούσε, προχωρούσε μπροστά (Πολ.)
3. (με ρήματα κινήσεως) μπροστά, πιο μπροστά (α. «ἐς τὸ πρόσθε παριέναι», Ηρόδ.
β. «πάριτ' ἐς τὸ πρόσθεν»,. Αριστοφ.
γ. «πρόσθε ἡγεμονεύειν», Ομ. Οδ.)
II. χρον.
1. προηγουμένως, πριν («οὗ καὶ πρόσθε ἀρίστη φαίνετο βουλή», Ομ. Ιλ.)
2. (με το άρθρο) ο προηγούμενος, ο παλαιός (α. «τοῦ πρόσθεν Κάδμου τοῦ Μάλαι τ' Ἀγήνορος», Σοφ.
β. «οἱ πρόσθεν πόνοι» — τα περασμένα βάσανα, Αισχύλ.)
γ) «ἡ πρόσθεν ἡμερα» — η προηγούμενη μέρα, χτες, Ξεν.)
3. φρ. α) «τὸ πρόσθεν» — προηγουμένως, πρίν
β), «ταυτὰ τῷ πρόσθεν» — τα ίδια με τα προηγούμενα. Γ' (σε συνδυασμό με άλλο μόριο)
1. προτού, πριν από («οὐ πρόσθεν... πρίν γε... με ἴδηται», Ομ. Οδ.·)
2. πρώταπρόσθεν ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοῑεν», Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η σημ. του επιρρ. πρόσθε(ν) οδηγεί στην πρόθεση πρό (πρβλ. από-προ-θεν), οπότε το -σ- του τ. θα μπορούσε να θεωρηθεί προϊόν αναλογικής επίδρασης από τα επιρρ. ἔκτοσθε(ν), ἔντοσθε(ν), πρόσω (πρβλ. και ὄπισθεν / ὄπιθεν). Δυσερμήνευτη είναι και η εναλλαγή στην επιρρ. κατάλ. -θε(ν) / -θα (βλ. και λ. -θε, -θα)].

Greek Monotonic

πρόσθεν: πρόσθε (πρό, πρός)· Ιων. και ποιητ. επίρρ.
Α. ΠΡΟΘ. με ΓΕΝ.: I. 1. α) λέγεται για τόπο, μπροστά, πρόσθ' ἵππων, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· πρόσθεν ποδῶν, σε Ομήρ. Οδ.· πρόσθεν πυλάων, πρόσθεν πόλιος, μπροστά, δηλ. έξω από την πόλη, σε Ομήρ. Ιλ.· στην Αττ., ἐν τῷ πρόσθεν τοῦ στρατεύματος, μπροστά από..., σε Ξεν.· εἰς τὸ πρόσθεν τῶν ὅπλων καθέζεσθαι, στον ίδ. β) με παράλληλη σημασία υπεράσπισης, στὰς πρόσθε νεκύων, σε Ομήρ. Ιλ.· πρόσθε φίλων τοκέων, στο ίδ.
2. με ρήματα κίνησης, πρόσθεν ἔθεν φεύγοντα, στο ίδ. κ.λπ.
3. μεταφ., μπροστά, μάλλον, με προτίμηση σε, πρόσθεν τιθέναι τί τινος, σε Ευρ.
II. λέγεται για χρόνο, πριν, πρόσθ' ἄλλων, σε Ομήρ. Ιλ.· τοῦ χρόνου πρόσθεν θανοῦμαι, σε Σοφ. Β. ως ΕΠΙΡΡ.,
I. 1. λέγεται για τόπο, μπροστά, εμπρός, πρόσθε λέων ὄπιθεν δὲ δράκων, σε Ομήρ. Ιλ.· οἱ πρόσθεν, οι άντρες στη μπροστινή σειρά, αντίθ. προς οἱ ὄπισθεν, στο ίδ.· Αττ. ὁ πρόσθεν, σε Ξεν.· τὰ πρόσθεν, στον ίδ.
2. με ρήματα κίνησης, πάνω, μπροστά, πρόσθεν ἡγεμονεύειν, σε Ομήρ. Οδ.· πάριτε ἐς τὸ πρόσθεν, σε Αριστοφ.
II. λέγεται για χρόνο, πριν, προηγουμένως, κάποτε, άλλοτε, σε Όμηρ. κ.λπ.· οἱπρόσθεν ἄνδρες, οι παλιοί άντρες, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, τοῦ πρόσθεν Κάδμου, σε Σοφ.· ἡ πρόσθεν, η προηγούμενη, σε Ευρ.· οἱ πρόσθεν πόνοι, οι προηγούμενοι, οι πρωτύτεροι, κόποι, σε Αισχύλ.· ἡ πρόσθεν ἡμέρα, σε Ξεν.· επίσης, τὸ πρόσθεν ως επίρρ., προηγουμένως, παλιά, σε Όμηρ.· τὰ πρόσθεν, σε Αισχύλ. Γ. ακολουθ. εξαρτημένη πρόταση,
1. πρόσθεν, πρὶν, Λατ. priusquam, κυρίως με άρνηση, σε Ομήρ. Οδ., Ξεν.· επίσης, πρόσθεν ἤ..., σε Σοφ.· πρόσθεν πρὶν ἤ, σε Ξεν.
2. όπως το Λατ. potius, πρόσθεν ἀποθανεῖν ἤ..., πεθαίνω νωρίτερα από..., στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

πρόσθεν:
I ион. тж. πρόσθε adv.
1) впереди, спереди: π. λέων, ὄπιθεν δὲ δράκων Hom. (Химера) - спереди лев, а сзади дракон; οἱ π. Hom., Xen. передние ряды, передовые бойцы; τὰ π. σκέλη Xen. передние ноги; τὰ π. Xen. впереди лежащие местности; ἐς τὸ π. Soph. вперед;
2) (тж. εἰς τὸ π. Plat. etc.) вперед (τοὺς ἵππους π. βαλεῖν Hom.);
3) раньше, прежде: σμικρῷ π. Plat. немного раньше; οἱ π. ἄνδρες Hom. жившие в старину мужи; ὁ π. Κάδμος Soph. древний Кадм; ὁ π. λόγος Soph. прежний рассказ; τῇ π. ἡμέρᾳ Xen. накануне, вчера; πάντα τὰ π. Plat. все вышеизложенное; μὴ π. καταλῦσαι, πρὶν ἂν αὐτῷ συμβουλεύσηται Xen. не вступать в соглашение прежде, чем он не посоветуется с ним;
4) скорее, лучше (π. ἂν ἀποθάνοιεν, ἢ τὰ ὅπλα παραδοῖεν Xen.).
II ион. тж. πρόσθε praep. cum gen.
1) перед, впереди (πυλάων Hom.; Σαλαμῖνος τόπων Aesch.);
2) перен. впереди, выше (τιθέναι τί τινος Eur.);
3) раньше, прежде (ἄλλων Hom.): τοῦ χρόνου π. Soph. преждевременно; π. ἑσπέρας Xen. до наступления вечера.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόσθε(ν) [πρό] Ion. en poët. πρόσθε, vgl. πρό adv. van plaats vooraan, van voren:; πρόσθεν δὲ σάκεα σχέθον ἐσθλοὶ ἑταῖροι de makkers hielden hun schilden voor hem Il. 4.113; πρόσθ ’ ὁρόων θάνατον de dood voor zich ziend Il. 20.481; τὰ πρόσθεν εὐσκοπώτατα de beste uitkijkposten Xen. Cyr. 6.3.2; subst..; ὁ πρόσθεν de voorste man Xen. Cyr. 2.2.8; met verba van beweging:; τοὺς σοὺς ( ἵππους ) πρόσθε βαλών jouw paarden ervoor (d.w.z. voor de mijne) gooiend Il. 23.572; subst..; εἰς τὸ πρόσθε παριέναι naar voren doordringen Hdt. 8.89.2; overdr.. εἰ... τοὺς ὄπισθεν ἐς τὸ πρόσθεν ἄξομεν als wij de achterblijvers op de voorgrond zullen plaatsen Soph. Ai. 1249; προκόπτοντ ’ οὐδὲν ἐς πρόσθεν κακῶν zonder er verder in de ellende iets mee op te schieten Eur. Hec. 961; εἰς τὸ πρόσθεν ἔτι ζητήσαντες door in het onderzoek nog verder te gaan Plat. Sph. 258c. van tijd vroeger, eerder:; οὐ πρόσθεν... πρίν niet eerder dan Od. 17.7; οὔποτε... πρόσθεν nooit eerder Soph. Ai. 318; ἔτι πρόσθεν nog eerder Plat. Sph. 242d; οὐ πρόσθεν... πρὶν ἤ niet eerder dan Xen. Cyr. 1.4.23; ἀπεκρίνατο... ὅτι πρόσθεν ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν hij antwoordde dat zij eerder zouden sterven dan de wapens inleveren Xen. An. 2.1.10; adj..; τῶν πρόσθεν... ἀνδρῶν van de vroegere mannen Il. 9.524; τὸν πρόσθε γεννηθέντα de eerstgeborene Soph. OC 375; τοῦ προσθεν λόγου van zijn vroegere verhaal Soph. OT 851; τὸ\n πρόσθεν vroeger:. ὡς τὸ πρόσθεν zoals vroeger Il. 12.40. prep. met gen. van plaats voor:. στῆ πρόσθ ’ αὐτοῖο hij ging voor hem staan Il. 5.170. van tijd voor, eerder dan:; τῷ πρόσθ ’ ἐμοῦ κεκτημένῳ degeen die hem voor mij bezat Soph. Ph. 778; postpos.. τοῦ χρόνου πρόσθε θανοῦμαι ik zal voor mijn tijd sterven Soph. Ant. 462. voor, ter bescherming van:; ἑῆς πρόσθεν πόλιος λαῶν τε ter bescherming van zijn eigen stad en volk Od. 8.524; postpos.: τάων οὔ τοι ἐγὼ πρόσθ ’ ἵσταμαι voor die (steden) stel ik mij zeker niet op als verdediger Il. 4.54. geeft voorkeur aan boven, meer dan:. τὴν δ ’ Ἀφροδίτην πρόσθ ’ ἄγειν τοῦ Βακχίου Aphrodite de voorkeur geven boven Bacchus Eur. Ba. 225.

Etymological

Grammatical information: Adv. a. prep. w. gen.
Meaning: ahead, before, formerly, yore; in front of (Il., IA. )
Other forms: πρόσθα (Dor. Aeol.), from this πρόθθα (Cret.), πρόστα (Delph.).
Compounds: Also combined with other adv. (prep.), e.g. ἔμ-προσθε(ν), -θα in front (of), before (IA. resp. Dor. Aeol.) with ἐμπρόσθ-ιος in the front, esp. of bodyparts (Hdt., Att., Arist.), -ίδιος id. (A. D., pap.), ἐπί-προσθεν close before, near Att., hell.) with ἐπιπροσθ-έω to be in the way, in front of it, to hinder, to cover (Hp., hell.), ὑπό-προσθε just before (Hp.) with ὑπαπροσθ-ίδιος earlier (immigrated), older inhabintant (Locr.).
Derivatives: πρόσθ-ιος in the front, esp. of bodyparts (Hdt. as v. l., trag., Arist.; cf. ἐμπρόσθιος above), -ίδιος id. (Nonn.), προστ-ίζιος = προσθ-ίδιος earlier, the former (El.).
Origin: IE [Indo-European] or GR [a formation built with Greek elements] [000]
Etymology: Formation in -θε(ν), -θα, because of the meaning and spread hardly with Kretschmer Glotta 1, 55 from πρός, but rather from πρό with analog. -σ- (πρό-θεν only Greg. Cor.). Example hardly ὄπισθεν, as this seems to stand itself for ὄπι-θεν (rather the other way round ὄπισθεν after πρόσθεν). So after ἔκτοσ-θε(ν), ἔντοσ-θε(ν) (cf. Schwyzer 628) or to πρόσ(σ)-ω (cf. WP. 2, 38)? Extensive Lejeune Adv. en -θεν 333 ff.

Middle Liddell

[πρό, πρός
A. prep. with gen.:
I. of Place, before, πρόσθ' ἵππων Il., etc.; πρ. ποδῶν Od.; πρ. πυλάων, πρ. πόλιος before, i. e. outside, Il.;—in attic with Art., ἐν τῷ πρ. τοῦ στρατεύματος in front of . . , Xen.; εἰς τὸ πρ. τῶν ὅπλων καθέζεσθαι Xen.
b. with collat. notion of defence, στὰς πρόσθε νεκύων Il.; πρόσθε φίλων τοκέων Il.
2. with Verbs of motion, πρ. ἔθεν φεύγοντα Il., etc.
3. metaph. before, in preference to, πρ. τιθέναι τί τινος Eur.
II. of Time, before, πρόσθ' ἄλλων Il.; τοῦ χρόνου πρ. θανοῦμαι Soph.
B. as adv.:
I. of Place, before, in front, πρόσθε λέων ὄπιθεν δὲ δράκων Il.:— οἱ πρ. the frontrank men, opp. to οἱ ὄπισθεν, Il.:—attic, ὁ πρ. Xen.; τὰ πρ. Xen.
2. with Verbs of motion, on, forward, πρ. ἡγεμονεύειν Od.; πάριτε ἐς τὸ πρ. Ar.
II. of Time, before, formerly, erst, Hom., etc.; οἱ πρόσθεν ἄνδρες the men of old, Il.; so, τοῦ πρ. Κάδμου Soph.; ἡ πρ. the elder, Eur.; so, οἱ πρ. πόνοι the former, earlier labours, Aesch.; ἡ πρ. ἡμέρα Xen.:—also, τὸ πρ., as adv., formerly, Hom.; τὰ πρ., Aesch.
C. foll. by a Relat., πρόσθεν, πρὶν . . , Lat. priusquam, mostly with a negat., Od., Xen.:—also, πρόσθεν ἢ . . Soph.; πρόσθεν πρὶν ἤ Xen.
2. like Lat. potius, πρ. ἀποθανεῖν ἢ . . to die sooner than . . , Xen.