Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανόπτερος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: κῠᾰνόπτερος Medium diacritics: κυανόπτερος Low diacritics: κυανόπτερος Capitals: ΚΥΑΝΟΠΤΕΡΟΣ
Transliteration A: kyanópteros Transliteration B: kyanopteros Transliteration C: kyanopteros Beta Code: kuano/pteros

English (LSJ)

ον,

   A with blue-black feathers, like the raven, ὄρνις E.Andr.862 (lyr.): generally, dark-winged, τέττιξ Hes.Sc. 393.

German (Pape)

[Seite 1521] dunkelblau oder schwarz gefiedert; τέττιξ Hes. Sc. 393; ὄρνις Eur. Andr. 862.

Greek (Liddell-Scott)

κῠανόπτερος: -ον, ἔχων κυανομέλανα πτερά, ὡς ὁ κόραξ, ὄρνις Εὐρ. Ἀνδρ. 862· καθόλου, ἔχων μελαίνας πτέρυγας, τέττιξ Ἀσπ. Ἡρ. 693.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
aux ailes d’un bleu sombre.
Étymologie: κύανος, πτερόν.

Greek Monolingual

κυανόπτερος, -ον (Α)
(για πτηνά ή έντομα) αυτός που έχει μαύρα φτερά («κυανόπτερος ἠχέτα τέττιξ», Ησίοδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύανος + πτερόν (πρβλ. κυκνό-πτερος, υμενό-πτερος)].

Greek Monotonic

κυᾰνόπτερος: -ον, με μαύρα και μπλε φτερά, με σκουρόχρωμα φτερά, σε Ησίοδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

κῠᾰνόπτερος:
1) с иссиня-черным оперением (ὄρνις Eur.);
2) с темно-синими крылышками (τέττιξ Hes.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυανόπτερος -ον [κύανος, πτερόν] met donkere vleugels.

Middle Liddell

κυᾰνό-πτερος, ον
with blue-black feathers, dark-winged, Hes., Eur.