Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κώλυσις

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κώλῡσις Medium diacritics: κώλυσις Low diacritics: κώλυσις Capitals: ΚΩΛΥΣΙΣ
Transliteration A: kṓlysis Transliteration B: kōlysis Transliteration C: kolysis Beta Code: kw/lusis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A prevention, ἕνεκα κωλύσεως Pl.Sph.220c; κωλύσεις τῶν συμπερασμάτων Arist.Top.161a15, cf. Phld.Mort.19; εἰς κώλυσιν μὴ ἐντελὲς τὸ κράτος εἶναι App.BC1.1: in Astrol. sense, Vett. Val.142.24 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1543] ἡ, das Hindern, die Verhinderung, Hemmung; ὅσον ἂν ἕνεκα κωλύσεως εἴργῃ τι περιέχον Plat. Soph. 220 b; Sp., wie D. Hal. 7, 22 u. Plut.; auch εἰς κώλυσιν τῶν ὑπάτων, μὴ ἐντελὲς αὐτοῖς τὸ κράτος εἶναι, App. B. C. 1, 1.

Greek (Liddell-Scott)

κώλῡσις: -εως, ἡ, ἐμπόδιον, κώλυμα, ἕνεκα κωλύσεως Πλάτ. Σοφ. 220C· κωλύσεις τῶν συμπερασμάτων Ἀριστ. Τοπ. 8. 10, 6 εἰς κώλυσιν μὴ ἐντελὲς τὸ κράτος εἶναι Ἀππ. Ἐμφ. Πόλ. 1. 1

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action d’empêcher, de retenir, de contenir.
Étymologie: κωλύω.

Russian (Dvoretsky)

κώλῡσις: εως ἡ препятствие, преграда, помеха Plat., Plut.: κολύσεις καὶ ἐμποδισμοὶ τῶν συμπερασμάτων Arst. препятствия и задержки в умозаключениях.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κώλυσις -εως, ἡ [κωλύω] verhindering, beletsel; geneesk. contra-indicatie.