Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόληψη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / πρόληψις, -ήψεως, ΝΜΑ προλαμβάνω
(ρητ.) σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ρήτορας ανασκευάζει προκαταβολικά πιθανό επιχείρημα του αντιπάλου
νεοελλ.
1. παρεμπόδιση, αποτροπήπρόληψη της εγκληματικότητας»)
2. ιατρ. σύνολο άμεσων μέτρων, ικανών να εμποδίσουν την εμφάνιση μιας νόσου σε ένα άτομο ή τη διασπορά της στον πληθυσμό
3. δεισιδαιμονία, δοξασία
4. γνώμη, αντίληψη κατά συνθήκην παραδεκτή («κοινωνικές προλήψεις»)
5. συντακτικό σχήμα κατά το οποίο το υποκείμενο εξαρτημένης πρότασης τίθεται προληπτικά ως αντικείμενο της κύριας, η οποία και προηγείται, όπως λ.χ. ποιος είδε τον αμάραντο σε τί βουνό φυτρώνει, αντί ποιος είδε σε τί βουνό φυτρώνει οαμάραντος·