Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεύκιππος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: λεύκιππος Medium diacritics: λεύκιππος Low diacritics: λεύκιππος Capitals: ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ
Transliteration A: leúkippos Transliteration B: leukippos Transliteration C: leykippos Beta Code: leu/kippos

English (LSJ)

ον,

   A riding or driving white horses, Ibyc.16, Stesich.86, Pi.P.4.117, S.El.706; of Persephone, Pi.O.6.95; λ. Ἀώς B.Scol.Oxy. 24.    2 λ. ἀγυιαί full of white horses, Pi.P.9.83.

German (Pape)

[Seite 33] (für λεύχιππος), mit weißen Rossen, Pind. Ol. 6, 95 u. öfter; auch ἀγυιαί, wo Wettrennen gehalten werden, P. 9, 86; Soph. El. 696; bes. von den Dioskuren, Ibyc. frg. 27; Eur. Hel. 640 u. sp. D., wie Theocr. 13, 11 von der Eos.

Greek (Liddell-Scott)

λεύκιππος: -ον, ὁ ἱππεύων ἢ ἐλαύνων λευκοὺς ἵππους, ὡς τὸ λευκόπωλος, ἐπίθ. τῶν Διοσκόρων, Ἴβυκ. 16, Valck. Φοίν. 609· καὶ ἀνδρῶν ἐπισήμου καταγωγῆς, Ἴβυκ. 16, Πινδ. Π. 4. 207, Σοφ. Ἠλ. 706· ἐπὶ τῆς Περσεφόνης, Πινδ. Ο. 6. 160. 2) λ. ἀγυιαί, πλήρης λευκῶν ἵππων, ὁ αὐτ. ἐν Π. 9. 146.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 aux chevaux blancs, aux blancs coursiers;
2 rempli de chevaux blancs.
Étymologie: λευκός, ἵππος.

English (Slater)

λεύκιππος, -ον
   1 with white horses φοινικόπεζαν ἀμφέπει Δάματρα λευκίππου τε θυγατρὸς ἑορτὰν Persephone (O. 6.95) “λευκίππων δὲ δόμους πατέρων, κεδνοὶ πολῖται, φράσσατέ μοι σαφέως” i. e. of the noble ancestors of Jason (P. 4.117) λευκίπποισι Καδμείων μετοικήσαις ἀγυιαῖς (by hypallage for λευκίππων Καδμ.) (P. 9.83) λευκίππων Μυκηναίων προφᾶται fr. 202.

Greek Monolingual

λεύκιππος, -ον (Α)
1. αυτός που ιππεύει λευκούς ίππους ή αυτός που μεταφέρεται από άμαξα η οποία σύρεται από λευκούς ίππους
2. φρ. «λεύκιπποι ἀγυιαί» — δρόμοι γεμάτοι λευκούς ίππους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λευκ(ο)- + ἵππος αντί λεύχιππος (πρβλ. μελάν-ιππος).

Greek Monotonic

λεύκιππος: -ον, αυτός που ιππεύει ή οδηγεί λευκά άλογα, σε Πίνδ., Σοφ.· λεύκιπποι ἀγυιαί, ιππόδρομος, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

λεύκιππος:
1) едущий на белых конях (Αἰνιὰν γένος Soph.);
2) полный белых коней (ἀγυιαί Pind.).

Middle Liddell

λεύκ-ιππος, ον
riding or driving white horses, Pind., Soph.; λ. ἀγυιαί streets thronged with white horses, Pind.