Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαρτυρώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-άω και -έω (AM μαρτυρῶ, -έω)
μάρτυρας
1. δίνω μαρτυρία για κάτι, πιστοποιώ, βεβαιώνω
2. καταθέτω ως μάρτυρας ευμενώς ή δυσμενώς («πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῑς λόγοις τῆς χάριτος», ΚΔ)
3. υφίσταμαι βασανιστήρια ή μαρτυρικό θάνατο («πολλοί χριστιανοί μαρτύρησαν για την πίστη τους)
4. υποφέρω, ταλαιπωρούμαι («μαρτύρησα μέχρι να τελειώσω την εργασία μου»)
νεοελλ.-μσν.
1. ομολογώ, παραδέχομαι («όπου βρεθώ ένα δουλευτήν έχεις εμπιστευμένο, όπου σε θέλει μαρτυρά κορμί χαριτωμένο», Ερωτόκρ.)
2. αποκαλύπτω, φανερώνω («ο κρατούμενος μετά από πολλά βασανιστήρια μαρτύρησε»)
3. καταγγέλλω, καταδίδω («μέ μαρτύρησε στον διευθυντή»)
4. (ως τριτοπρόσ.) μαρτυρείται ή μαρτυρούνται
αναφέρεται ρητά κάτι, γίνεται λόγος για κάτι («δεν μαρτυρείται η χρονολογία συγγραφής του Ερωτόκριτου»)
5. (μτχ. παρακμ. ως επίθ.) μαρτυρημένος, -η, -ον)
α) ξακουστός, ονομαστός
β) βασανισμένος, ταλαίπωρος
μσν.
1. επικαλούμαι ως μάρτυρα
2. δίνω τίτλο, ανακηρύσσω ή κατονομάζω
αρχ.
1. αστρολ. βρίσκομαι στη θέα κάποιου
2. παθ. μαρτυροῦμαι
μού αποδίδεται κάτι ή φημίζομαι για κάτι (α. «μαρτυρεῑταί μοι σοφία», Δίον. Αλ.
β. «καλοκαγαθίαν μαρτυρούμενος» Ιώσ.).