Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετέπειτα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μετέπειτα Medium diacritics: μετέπειτα Low diacritics: μετέπειτα Capitals: ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ
Transliteration A: metépeita Transliteration B: metepeita Transliteration C: metepeita Beta Code: mete/peita

English (LSJ)

Adv.

   A afterwards, thereafter, Il.14.310, Od.10.519, al., Hdt.1.25, 3.36, 7.7, 197: rare in early Prose, ὁ μ. χρόνος Pl.Ep.353c, cf. Arist.EN1175a9; later, OGI177.14 (Egypt, i B. C.), LXX Ju.9.5, 3 Ma.3.24, Ep.Hebr.12.17.

German (Pape)

[Seite 158] nachher, hinterdrein, πρῶτα–, μετέπειτα δέ, Od. 10, 519 u. öfter; Her. 1, 25. 7, 7; τὸν μετέπειτα χρόνον, Plat. Ep. VIII, 353 c u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μετέπειτα: ἐπίρρ., μετὰ ταῦτα, κατόπιν, Ἰλ. Ξ. 310 (ἔνθα ἴδε τὸν Spitzn.), Ὀδ. Κ. 519, κ. ἀλλ.· - παρ’ Ἡροδ. (1. 25., 3. 36., 7. 7, 197) πρέπει πιθανῶς νὰ ἀποκατασταθῇ ὁ Ἰων. τύπος, μετέπειτεν. - Οὐδαμοῦ παρ’ Ἀττ. εἰμὴ ἐν Ἐπιστολ. Πλάτ. 353C, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 10. 4, 6.

French (Bailly abrégé)

adv.
plus tard, dans la suite.
Étymologie: μετά, ἔπειτα.

English (Autenrieth)

afterward.

English (Strong)

from μετά and ἔπειτα; thereafter: afterward.

English (Thayer)

adverb, from Homer down, afterward, after that: 3 Maccabees 3:24.)

Greek Monolingual

(ΑΜ μετέπειτα, Α ιων. τ. μετέπειτεν)
επίρρ. κατόπιν, αργότερα, ακολούθως («καὶ μετέπειτα, θέλων κληρονομήσαι τὴν εὐλογίαν», ΚΔ)
νεοελλ.
1. (συν. με άρθρ. ως επίθετο) ο, η, το μετέπειτα
αυτός που ακολουθεί, ο κατοπινός
2. φρ. οι μετέπειτα
οι μεταγενέστεροι, οι απόγονοι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + ἔπειτα.

Greek Monotonic

μετέπειτα: επίρρ., ύστερα, κατόπιν, σε Όμηρ.· Ιων. μετ-έπειτεν, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

μετέπειτα: adv. потом, затем, после Hom., Her., Arst. etc.: τὸν μ. χρόνον Plat. в последующее время.

Middle Liddell

afterwards, thereafter, Hom.

Chinese

原文音譯:metšpeita 姆帖-誒普-誒他
詞類次數:副詞(1)
原文字根:同著-在上-其後
字義溯源:其後,然後,後來;由(μετά)*=同)與(ἔπειτα)=其後)組成;而 (ἔπειτα)又由(ἐπί)*)與(εἶτα)*=屆時,繼續)組成
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 後來(1) 來12:17