Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μορφάζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: μορφάζω Medium diacritics: μορφάζω Low diacritics: μορφάζω Capitals: ΜΟΡΦΑΖΩ
Transliteration A: morpházō Transliteration B: morphazō Transliteration C: morfazo Beta Code: morfa/zw

English (LSJ)

   A gesticulate, X.Smp.6.4; make grimaces, μωκᾶσθαι καὶ μορφάζειν Phld.Vit.p.38 J., cf. Ael.NA1.29.

German (Pape)

[Seite 208] gestalten, bes. Gebehrden machen, gestikuliren; ἄλλως τε καὶ εἰ μορφάζοις ὥςπερ ἡ αὐλητρὶς καὶ σὺ πρὸς τὰ λεγόμενα, Xen. Conv. 6, 4; Sp., vgl. Poll. 4, 95, Ael. H. A. 1, 29.

Greek (Liddell-Scott)

μορφάζω: ποιῶ μορφασμούς, Ξεν. Συμπ. 6. 4· «στραβομουτσουνιάζω», Αἰλ. π. Ζ. 1. 29.

French (Bailly abrégé)

1 représenter, contrefaire, acc.;
2 abs. faire des mines, des grimaces, gesticuler.
Étymologie: μορφή.

Greek Monolingual

(ΑΜ μορφάζω) μορφή
κάνω μορφασμούς, γκριμάτσες, συσπώ τους μυς του προσώπου μου, στραβομουτσουνιάζω
μσν.
δίδω μορφή, διαμορφώνω, πλάθω
αρχ.
1. κινώ τα χέρια, χειρονομώ
2. μιμούμαι.

Greek Monotonic

μορφάζω: (μορφή), χρησιμοποιώ μορφασμούς του προσώπου για να εκφράσω κάτι, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μορφάζω: делать разные телодвижения, жестикулировать (ὥσπεραὐλητρίς Xen.).

Middle Liddell

μορφάζω, [μορφη]
to use gesticulations, Xen.