Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυμφίδιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νυμφίδιος Medium diacritics: νυμφίδιος Low diacritics: νυμφίδιος Capitals: ΝΥΜΦΙΔΙΟΣ
Transliteration A: nymphídios Transliteration B: nymphidios Transliteration C: nymfidios Beta Code: numfi/dios

English (LSJ)

[ῐ], α, ον, also ος, ον E.Alc.885 (lyr.) :—A bridal, λέκτρων ἅμιλλα, εὐναί, Id.Hipp.1140 (lyr.), Alc.l.c.; ᾠδαί Ar.Av. 1729 (lyr.); θάλαμοι A.R.1.1031, cf. IG12(8).441.1 (Thasos).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

νυμφίδιος: [ῐ], -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Εὐρ. Ἄλκ. 885· - ὁ ἀνήκων εἰς νύμφην, νυμφικός, λέχη, εὐναὶ Εὐρ. Ἱππ. 1140, Ἄλκ. 885· ᾠδαὶ Ἀριστοφ. Ὄρν. 1730.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
nuptial.
Étymologie: νύμφη.

Greek Monolingual

νυμφίδιος, -ία, -ον, θηλ. και -ος (Α)
νυφικός («νυμφιδίους εὐνάς», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < νύμφη + επίθημα -ίδιος (πρβλ. κουρ-ίδιος)].

Greek Monotonic

νυμφίδιος: [ῐ], -α, -ον και -ος, -ον, αυτός που ανήκει στη νύφη, νυφικός, σε Ευρ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

νυμφίδιος: и 2 (ῐδ) свадебный, брачный (εὐναί Eur.; ᾠδή Arph.).

Middle Liddell

νυμφῐ́διος, ,α, ον, ος, ον, [from νύμφη
of a bride, bridal, Eur., Ar.

English (Woodhouse)

νυμφίδιος = of marriage

⇢ Look up "νυμφίδιος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)