Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ᾠδή

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ᾠδή Medium diacritics: ᾠδή Low diacritics: ωδή Capitals: ΩΔΗ
Transliteration A: ōidḗ Transliteration B: ōdē Transliteration C: odi Beta Code: w)|dh/

English (LSJ)

ἡ, contr. for ἀοιδή,

   A song, lay, ode, h.Ap.20, h.Cer.494; in Trag. (exc. that A. uses only ἀοιδή (q. v.)), of dirges, πολλὰς θρήνων ᾠδάς S.El.88 (anap.); ὀξυτόνους ᾠ. θρηνήσει Id.Aj.631 (lyr.); ᾠδὰ ἐπικήδειος E.Tr.514 (lyr.); but also of joyful songs, songs of praise, καλλίνικος Id.El.865 (lyr.); ἴακχος Id.Cyc.69 (lyr.); λύπας πολυχόρδοις ᾠ. παύειν Id.Med.197 (anap.); ᾠδὰς ὑστέροισι θήσετε Id.Supp.1225; χαίροντες ᾠδῆς . . μέλεσιν Ar.Ra.244(lyr.); ὑμεναίοις καὶ νυμφιδίοισι δέχεσθ' ᾠ. Id.Av.1729(lyr.): freq. in Pl., ᾠ. κιθαρῳδική Lg.722d; κιθαρίζειν πρὸς τὴν ᾠ. Alc.1.108a; ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη ποίησις lyric poetry and... Phdr.245a; ἐν ταῖς ᾠδαῖς καὶ μέλεσιν R.399c, cf. 398c; opp. λέξις, Lg.816d; ἐν ᾠδαῖς καὶ μύθοις καὶ λόγοις ib.664a; of poems such as those of Stesichorus on Helen, Isoc.10.64; of the various songs associated with particular employments or conditions, Clearch.37, cf. Eust.1164.10, 1236.60.    2 = ἐπῳδός, magic song, spell, Longus 2.7.    3 meton. for χορδή, Τέρπανδρος . . δέκα ζεῦξε Μοῦσαν ἐν ᾠδαῖς Tim.Pers.238.    II singing, Plu.Crass.33, etc.; of birds, Arist.HA613b24.

German (Pape)

[Seite 1407] ἡ, zsgzgn statt ἀοιδή, Gesang, Gedicht, Lied; Hom. h. Ap. 20 Cer. 494; πολλὰς μὲν θρήνων ᾠδὰς ᾔσθου Soph. El. 88; Ai. 618; Eur. Phoen. 814 u. öfter; Plat. καλῆς ᾠδῆς μετέχοντα, ἣν ᾄδει, Conv. 197 e; κατὰ λέξιν τε καὶ ᾠδήν Legg. VII, 816 d, κιθαρίζειν πρὸς τὴν ᾠδήν Alc. I, 108 a; oft Ggstz von λόγος, auch vom.eigtl. lyrischen Gedichte, ἐς ᾠδάς τε καὶ τὴν ἄλλην ποίησιν Menex. 239 c; auch Zaubergesang, Schäf. Long. p. 356.

Greek (Liddell-Scott)

ᾠδή: ἡ, συνῃρ. ἐκ τοῦ ἀοιδὴ (ὡς ᾄδω ἐκ τοῦ ἀείδω), ὡς καὶ νῦν, ᾆσμα, «τραγοῦδι», ἐν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 20, εἰς Δήμ. 494· οὕτω παρὰ Τραγ. (πλὴν ὅτι ὁ Αἰσχύλος ἔχει ἀοιδή), ἐπὶ θρήνων, πολλὰς θρήνων ᾠδὰς Σοφ. Ἠλ. 88· ὀξυτόνους ᾠδὰς θρηνήσει ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 630· ᾠδὰ ἐπικήδειος Εὐρ. Τρῳ. 514· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ φαιδρῶν ᾀσμάτων καὶ χαρμοσύνων ὕμνων, καλλίνικος ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 865· ἴακχος ὁ αὐτ. ἐν Κύκλ. 69· λύπας πολυχόρδοις ᾠδαῖς παύειν ὁ αὐτ. ἐν Μηδ. 197· ᾠδὰς ὑστέροισι θήσετε ὁ αὐτ. ἐν Ἱκέτ. 1225· χαίροντες ᾠδῆς ἐν… μέλεσιν Ἀριστοφ. Βάτρ. 244· ὑμεναίοις καὶ νυμφιδίοισι… ᾠδαῖς ὁ αὐτ. ἐν Ὄρ. 1729· συχν. παρὰ Πλάτ., ᾠδὴ κιθαρῳδικὴ Νομ. 722D· κιθαρίζειν πρὸς τὴν ᾠδὴν Ἀλκ. 1. 108Α· ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη ποίησις, λυρικὴ ποίησις καί…, Φαῖδρ. 245Α· ἐν ταῖς ᾠδαῖς καὶ μέλεσιν Πολ. 399C, πρβλ. 398C· ἀντίθετον τῷ λέξις, Νομ. 816D ἔν τε ᾠδαῖς καὶ μύθοις καὶ λόγοις αὐτόθι 664Α· ἐπὶ σατυρικῶν ἢ σκωπτικῶν ποιημάτων, οἷα τὰ τοῦ Στησιχόρου, Ἰσοκρ. 218D· ἐπὶ τῶν διαφόρων ᾀσμάτων τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς ἰδιαιτέρας ἀσχολίας ἢ καταστάσεις, ἴδε Ἀθήν. 619, Εὐστ. 1164, 1236, πρβλ. Ilgen de Scol. σ. 14-41· ὡσαύτως ὡς τὸ ἐπῳδός, Λατ. carmen, μαγικὸν ᾆσμα, πρβλ. Schäf. Long. 356. II. ᾆσμα, τὸ ᾄδειν, Πλουτ. Κράσσ. 33, κτλ.· ἐπὶ πτηνῶν, ἀριστ. περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 9. 8, 4.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 chant, en gén. chant avec accompagnement d’instruments;
2 action de chanter.
Étymologie: contr. p. ἀοιδή.

Spanish

canción mágica, encantamiento

English (Strong)

from ᾄδω; a chant or "ode" (the general term for any words sung; while ὕμνος denotes especially a religious metrical composition, and ψαλμός still more specially, a Hebrew cantillation): song.

English (Thayer)

ᾠδῆς, ἡ (equivalent to ἀοιδή, from ἀείδω, i. e. ᾄδω, to sing), from Sophocles and Euripides down, the Sept. for שִׁיר and שִׁירָה, a Song of Solomon , lay, ode; in the Scriptures a song in praise of God or Christ: Μωϋσέως καί τοῦ ἀρνίου, the song which Moses and Christ taught them to sing, πνευματικαι, πνευματικαῖς); ὕμνος, at the end.)

Russian (Dvoretsky)

ᾠδή: дор. ᾠδά (ᾱ) ἡ [стяж. из ἀοιδή
1) песнь, песня HH, Arph.: θρήνων ᾠδαί Soph. скорбные песни; ᾠ. ἐπικήδειος Eur. похоронная песнь; καλλίνικος ᾠ. Eur. победная песнь; κιθαρίζειν πρὸς τὴν ᾠδήν Plat. петь под звуки кифары;
2) лирическая песня (ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη ποίησις Plat.);
3) пение Plut., Luc.;
4) пение птиц Arst.

Middle Liddell

ᾠδή, ἡ, [contr. for ἀοιδή as ᾄδω for ἀείδω
I. a song, lay, ode, Hhymn., Soph., Eur.; pl. lyric poetry, Plat.
II. song, singing, Plut.

Frisk Etymology German

ᾠδή: ᾠδός
{ōidḗ}
See also: s. ἀείδω.
Page 2,1144

Chinese

原文音譯:òdh 哦得
詞類次數:名詞(7)
原文字根:歌 相當於: (שִׁיר‎) (שִׁיר‎ / שִׁירָה‎)
字義溯源:詩歌,歌;源自(ᾄδω)*=唱)
出現次數:總共(7);弗(1);西(1);啓(5)
譯字彙編
1) 歌(7) 弗5:19; 西3:16; 啓5:9; 啓14:3; 啓14:3; 啓15:3; 啓15:3