Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἰκοδόμημα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: οἰκοδόμημα Medium diacritics: οἰκοδόμημα Low diacritics: οικοδόμημα Capitals: ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ
Transliteration A: oikodómēma Transliteration B: oikodomēma Transliteration C: oikodomima Beta Code: oi)kodo/mhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A building, structure, Hdt.2.121. α',136, Th.5.11, Antipho Soph.24, Pl.Grg. 514b, etc.

Greek (Liddell-Scott)

οἰκοδόμημα: τό, ὡς καὶ νῦν, οἰκοδομή, κατασκευή, κατασκεύασμα, Ἡρόδ. 2. 121, 1., 136, Θουκ. 4. 8, 90, Πλάτ. Γοργ. 514Β, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
bâtiment, construction.
Étymologie: οἰκοδομέω.

Greek Monolingual

το (Α οἰκοδόμημα) οικοδομώ
οικοδομή, κτήριο («τὰ μὲν οἰκοδομήματα τῶν προαστείων ἔρημα εὕρισκον», Ηρωδιαν.)
νεοελλ.
μτφ. κάθε συγκροτημένο σύνολο (α. «το οικοδόμημα του κράτους» β. «ολόκληρο το οικοδόμημα τών επιχειρημάτων του κατέρρευσε»).

Greek Monotonic

οἰκοδόμημα: -ατος, τό, κτίριο, οικοδομή, κατασκευή, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

οἰκοδόμημα: ατος τό сооружение, постройка, строение Her. etc.

Middle Liddell

οἰκοδόμημα, ατος, τό,
a building, structure, Hdt., Thuc.