Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴκημα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: οἴκημα Medium diacritics: οἴκημα Low diacritics: οίκημα Capitals: ΟΙΚΗΜΑ
Transliteration A: oíkēma Transliteration B: oikēma Transliteration C: oikima Beta Code: oi)/khma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A dwelling-place, ἱερὸν ἔσχον οἴ. ποταμοῦ Pi.O.2.9: in pl., building, house, Hdt.1.17, 9.13, Paus.10.5.2, etc.    2 room, chamber, Hdt.1.164, 179, 2.121.ά, 148, Th.1.134, 3.68, Lys.19.31, Pl.Thg. 130d, Prt.315d, etc. ; esp. bed-chamber, Hdt.1.9, 10, Pl.Smp.217d ; dining-room, Heraclid. Cum.2(pl.).    II special senses,    1 brothel, τὴν θυγατέρα κατίσαι ἐπ' οἰκήματος Hdt.2.121. έ, 126 ; στῆσαί τινα ἐπ' οἰ. Din.1.23 ; ἐπ οἰ. καθῆσθαι Pl.Chrm.163b, cf. Aeschin.1.94, Isoc.6.19 ; cf. τέγος.    2 = οἰκίσκος, cage for animals, Hdt.7.119.    3 horse's stable or stall, PCair.Zen.529.5 (iii B. C.).    4 temple, shrine, Hdt.8.144.    b room in a temple, IG12.4.2,14.    5 prison, Th.4.47, Lys.Fr.75.4, D.32.29, Act.Ap.12.7.    6 storeroom, D.42.6,19(pl.).    7 workshop, Pl.Prt.321d.    8 story, floor, X.Cyr.6.1.52 (dub. l.).    9 metaph., αἰσθητικὸν οἴ., of man, Secund.Sent.7.

Greek (Liddell-Scott)

οἴκημα: τό, (οἰκέω) τόπος κατῳκημένος, κατοικία, ἱερὸν ἔσχον οἴκ. ποταμοῦ Πινδ. Ο. 2. 16· - ἀκολούθως καθόλου, οἰκοδόμημα πρὸς κατοικίαν (κληθὲν κατόπιν οἰκία), Ἡρόδ. 1. 17., 9. 13, καὶ Ἀττ. 2) δωμάτιον, θάλαμος, Ἡρόδ. 1. 164, 179., 2. 121, 1. 148, κτλ.· ἰδίως δωμάτιον ὕπνου, κοιτών, ὁ αὐτ. 1. 9 καὶ 10, Πλάτ. Συμπ. 217D· ὡσαύτως αἴθουσα φαγητοῦ, δειπνητήριον, ἑστιατόριον, Ἀνθ. 145Β. ΙΙ. Ἰδιαίτεραι σημασίαι: 1) πορνεῖον, χαμαιτυπεῖον, τὴν θυγατέρα κατίσαι ἐπὶ οἰκήματος Ἡρόδ. 2. 121, 5., 126· στῆσαί τινα ἐπ’ οἰκ. Δείναρχ. 93, 12· ἐπ’ οἰκ. καθῆσθαι Πλάτ. Χαρμ. 163Β, πρβλ. Αἰσχίν. 11. 3· καπηλεῖον, μαγειρεῖον, Ἰσαῖ. 58. 16· πρβλ. τέγος. 2) κλωβός, τόπος περιωρισμένος ἔνθα τὰ ζῷα τρέφονται καὶ παχύνονται, Valck. εἰς Ἡρόδ. 7. 119· ἀλλαχοῦ οἰκίσκος. 3) ναός, ναΐσκος, ὁ αὐτ. 8. 144. 4) εἱρκτή, φυλακή, Δημ. 890. 13, πρβλ. Λυσ. Ἀποσπ. 45. 4, Θουκ. 4. 47 κἑξ. 5) ἀποθήκη, Πλάτ. Πρωτ. 315D, Δημ. 1040. 20., 1044. 25. 6) ἐργαστήριον, Πλάτ. Πρωτ. 321Ε. 7) πάτωμα, Λατ. tabutatum, Ξεν. Κύρ. 6. 1, 52.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
I. habitation, demeure, maison;
II. particul.
1 appartement, chambre en gén.
2 chambre à coucher;
3 basse cour, selon d’autres, cage;
4 temple, chapelle;
5 prison;
6 lieu de débauche;
7 charpente;
8 construction en gén.
Étymologie: οἰκέω.

English (Slater)

οἴκημα
   1 dwelling place ἱερὸν ἔσχον οἴκημα ποταμοῦ i. e. Akragas, after the river of the same name (O. 2.9), cf. (P. 6.6)

English (Strong)

from οἰκέω; a tenement, i.e. (specially), a jail: prison.

English (Thayer)

ὀικηματος, τό, from (Pindar and) Herodotus down, a dwelling-place, habitation; euphemistically a prison (R. V. cell), Thucydides 4,47f; Demosthenes, Lucian, Tox. 29; Plutarch, Agis 19; Aelian v. h. 6,1.

Greek Monolingual

το (ΑΜ οἴκημα) οικώ
χώρος στεγασμένος ο οποίος χρησιμεύει ως τόπος διαμονής, σπίτι, κατοικία («ἐν αἰχμαλώτοις Τρωϊκοῑς οἰκήμασι ναίουσιν», Αισχύλ.)
αρχ.
1. κατοικημένος τόπος («ἱερὸν ἔσχον οἴκημα ποταμοῡ», Πίνδ.)
2. δωμάτιο, θάλαμος
3. δωμάτιο ύπνου, κοιτώνας («ἐγὼ γάρ σε ἐς τὸ οἴκημα, ἐν τῷ κοιμώμεθα... στήσω», Ηρόδ.)
4. αίθουσα φαγητού
5. μαγειρείο, καπηλειό
6. πορνείο, χαμαιτυπείο
7. ναός, ναΐσκος
8. δωμάτιο σε ναό
9. φυλακή («ἐς οἴκημα μέγα καθεῑρξαν», Θουκ.)
10. κλουβί όπου τρέφονται ζώα («ἐν οἰκήμασι ὄρνιθας τρέφει», Ηρόδ.)
11. στάβλος αλόγου
12. αποθήκη τροφίμων («ὅν ἐξῆχεν ἐκ τῶν οἰκημάτων σῑτον καὶ οἶνον», Δημ.)
13. εργαστήριο
14. επίπεδο, πάτωμα
15. μτφ. «αἰσθητικὸν οἴκημα» — ο άνθρωπος.

Greek Monotonic

οἴκημα: -ατος, τό (οἰκέω),·
I. κάθε κατοικημένος τόπος, κατοικία, σε Πίνδ., Αττ.· δωμάτιο, θάλαμος, και στον πληθ., σπίτι, σε Ηρόδ.
II. ειδικές χρήσεις:
1. οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείο, σε Ηρόδ.· καπηλειό, μαγειρείο, σε Ισαίο.
2. κλουβί ή στάβλος για ζώα, σε Ηρόδ.
3. ναός, ιερό, ναΐσκος, στον ίδ., Δημ.
4. φυλακή, ειρκτή, σε Δημ.
5. αποθηκευτικός χώρος, αποθήκη, σε Πλάτ., Δημ.
6. εργαστήριο, σε Πλάτ.
7. πάτωμα, Λατ. tabulatum, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

οἴκημα: ατος τό
1) жилое помещение, жилище, жилье Pind., Aesch., etc.;
2) строение, постройка, здание Her.;
3) комната, зал (τὰ οἰκήματα μετέωρα Her.);
4) храм (θεῶν τὰ οἰκήματα Her.);
5) темница, тюрьма (κατατίθεσθαί τινα εἰς τὸ οἴ. Dem.);
6) дом разврата Her., Plat.;
7) склад, кладовая Dem.;
8) мастерская (τῆς Ἀθηνᾶς καὶ Ἡφαίστου Plat.);
9) откормочное помещение для птиц, птичник Her.;
10) ярус, отделение (τῶν μηχανῶν τὸ κατωτάτω οἴ. Xen.).

Middle Liddell

οἴκημα, ατος, τό, οἰκέω
I. any inhabited place, a dwellingplace, Pind., attic: a chamber, and in pl. a house, Hdt.
II. special senses,
1. a brothel, Hdt.: a tavern, Isae.
2. a cage or pen for animals, Hdt.
3. a temple, fane, chapel, Hdt.
4. a prison, Dem.
5. a storeroom, Plat., Dem.
6. a workshop, Plat.
7. a story, Lat. tabulatum, Xen.