Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἰωνοπόλος

From LSJ

Κάλλιστόν ἐστι κτῆμα παιδεία βροτοῖς → Doctrina hominibus optima est possessio → für Sterbliche ist Bildung das wertvollste Gut

Menander, Monostichoi, 275
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: οἰωνοπόλος Medium diacritics: οἰωνοπόλος Low diacritics: οιωνοπόλος Capitals: ΟΙΩΝΟΠΟΛΟΣ
Transliteration A: oiōnopólos Transliteration B: oiōnopolos Transliteration C: oionopolos Beta Code: oi)wnopo/los

English (LSJ)

ὁ, one busied with the flight and cries of birds, an augur, Il.1.69,6.76, A.Supp.57(lyr.);=Lat. augur, D.H.2.64,3.69: as adjective, -πόλον γέρας Pi.Pae.4.30.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui prédit l'avenir d'après le vol ou le cri des oiseaux.
Étymologie: οἰωνός, πέλω.

German (Pape)

ὁ, der sich mit weissagenden Vögeln, οἰωνοῖς beschäftigt, ihren Flug od. ihre Stimme beobachtet und daraus weissagt; Κάλχας, Il. 1.60, 6.76; Aesch. Suppl. 56; Sp., wie Plut.

Russian (Dvoretsky)

οἰωνοπόλος:птицегадатель Hom., Aesch., Plut.

Greek (Liddell-Scott)

οἰωνοπόλος: ὁ, (πέλω, πολέω) ὁ ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐκ τῆς πτήσεως καὶ τῶν κραυγῶν τῶν πτηνῶν μαντείαν, μάντις, ὡς οἰωνιστής, οἰωνόμαντις, Ἰλ. Α. 69, Ζ. 76, Αἰσχύλ. Ἱκ. 57, Διον. Ἁλ. 3. 69, κτλ.

English (Autenrieth)

(πολέω): versed in omens drawn from birds, seer, pl., Il. 1.69 and Il. 6.76.

English (Slater)

οἰωνοπόλος of bird augury ὅ γε Μέλαμπος θέμενος οἰωνοπόλον γέρας (cf. Apoll., Bibl. 1. 9. 11, ὁ δὲ (sc. Μελάμπους) — τῶν ὑπερπετομένων ὀρνέων τὰς φωνὰς συνίει, καὶ παρ' ἐκείνων μανθάνων προύλεγε τοῖς ἀνθρώποις τὰ μέλλοντα) (Pae. 4.30)

Greek Monolingual

οἰωνοπόλος, ὁ (Α)
οιωνοσκόπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἰωνός + -πόλος (< πέλω / πέλομαι «περιφέρομαι»), πρβλ. θαλαμηπόλος, θεσμο-πόλος.

Greek Monotonic

οἰωνοπόλος: ὁ (πολέω), αυτός που ασχολείται με τα σημεία που παρέχουν το πέταγμα και οι κραυγές των πουλιών, μάντης, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.

Middle Liddell

οἰωνο-πόλος, ὁ, πολέω
one busied with the flight and cries of birds, an augur, Il., etc.

Translations

augur

Albanian: faltore; Bulgarian: гадател, птицегадател, прорицател; Czech: : augur, ptakopravec; Dutch: waarzegger, wichelaar; Greek: μάντης; Ancient Greek: αὔγουρ, αὔσπιξ, οἰωνιστής, οἰωνόμαντις, οἰωνοπόλος, οἰωνοσκόπος, ὀρνεόμαντις; Esperanto: aŭguristo; Finnish: ennustaja, auguuri; French: augure; Galician: augur; Georgian: მისანი; German: Augur, Wahrsager, Hellseher; Hungarian: augur; Ido: auguristo; Irish: ágar; Italian: augure; Latin: augur, auspex; Macedonian: гатач, авгур; Maori: matakite, matatuhi; Persian: ⁧فالگیر⁩, ⁧مروانیش⁩; Polish: augur, wróżbita, wróżbitka; Portuguese: áugure; Russian: авгур, прорицатель; Scottish Gaelic: fiosaiche, eun-druidh; Spanish: augur; Turkish: falcı, kâhin