Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάπια

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η
1. κοινή ονομασία της νήσσας
2. μτφ. κοπέλα μικρού αναστήματος και ευτραφής η οποία βαδίζει σαν πάπια
3. ειδικό δοχείο για τη συλλογή τών απεκκρίσεων, ιδίως τών ούρων, τών ασθενών που δεν μπορούν να σηκωθούν από το κρεβάτι, αλλ. παπίτσα
4. φρ. «κάνει την πάπια» — προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει ή ότι δεν γνωρίζει τίποτε
5. παροιμ. «με την απάθεια βράζ' η πάπια» — με την απάθεια και την υπομονή υπερνικώνται τα εμπόδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < αρχ. πάππος «είδος πουλιού» αν δεν πρόκειται για ονοματοποιία από τη φωνή παπαπά του πουλιού].