Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περικεφαλαία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

English (Strong)

feminine of a compound of περί and κεφαλή; encirclement of the head, i.e. a helmet: helmet.

English (Thayer)

περικεφαλαίας, ἡ (περί and κεφαλή), a helmet: τοῦ σωτηρίου (from Polybius; the Sept. for כּובַע .)

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
προστατευτικό κάλυμμα της κεφαλής που αποτελούσε μέρος του αμυντικού εξοπλισμού τών στρατιωτών (α. «η περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη» β. «στην περικεφαλαία του ήτο ζγουραφισμένο αμάξι», Ερωτόκρ.
γ. «τὰς δὲ περικεφαλαίας ὑποτιθέναι τοῑς ὅπλοις», Πολ.)
νεοελλ.
1. παιδική απομίμηση αυτού του καλύμματος από χαρτί ή χαρτόνι
2. φρ. «βλάκας με περικεφαλαία» — βλάκας σε πολύ μεγάλο βαθμό
αρχ.
1. είδος αρρώστιας της κεφαλής
2. ονομασία επιδέσμου του κεφαλιού
3. το τμήμα της πλώρης του πλοίου που προεξέχει και βρίσκεται ανάμεσα στο έμβολο και στην προεμβολίδα
4. (κατά τον Ησύχ.) «φενάκη».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. του επιθ. περικεφάλαιος.

Greek Monotonic

περικεφαλαία: ἡ, κάλυμμα για το κεφάλι, περικεφαλαία, κράνος, σε Πολύβ.· επίσης, περικεφάλαιον, τό, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

περικεφᾰλαία: ἡ головной убор, шлем Polyb., NT.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περικεφαλαία -ας, ἡ [περί, κεφαλή] helm; overdr.. ἡ περικεφαλαία τοῦ σωτηρίου de helm van de verlossing NT Eph. 6.17.

Middle Liddell

περι-κεφαλαία, ἡ,
a covering for the head, a helmet, cap, Polyb.; also περικεφάλαιον, ου, τό, Polyb.

Chinese

原文音譯:perikefala⋯a 胚里-咳法來阿
詞類次數:名詞(2)
原文字根:圍繞-頭
字義溯源:圍繞著頭的,頭盔,鋼盔;由(περί / περαιτέρω)=周圍,關於)與(κεφαλή)*=頭)組成;其中 (περί / περαιτέρω)出自(πέραν)=那邊), (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)
出現次數:總共(2);弗(1);帖前(1)
譯字彙編
1) 頭盔(2) 弗6:17; 帖前5:8