Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πηγάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πηγάζω Medium diacritics: πηγάζω Low diacritics: πηγάζω Capitals: ΠΗΓΑΖΩ
Transliteration A: pēgázō Transliteration B: pēgazō Transliteration C: pigazo Beta Code: phga/zw

English (LSJ)

(πηγή)

   A spring, gush forth, πηγάζει τὸ διαυγὲς ἐν ὄμμασι APl.4.310 (Damoch.); πηγάζοντες μαστοί, φλέβες πηγάζουσαι, Ph.1.31,2.324.    2 c. acc. cogn., gush forth with, νᾶμα μέλισσα πηγάζει AP9.404 (Antiphil.) ; π. ῥεῖθρα Heraclit.All.9 ; [Ζεὺς] π. ζωὴν νοεράν Procl. in Cra.p.52 P.

German (Pape)

[Seite 608] 1) quellen, aufquellen, zum Quell werden, πηγάζει τὸ διαυγὲς ἐν ὄμμασι, Damochar. 4 (Plan. 310). – 2) trans., quellen lassen, wie eine Quelle fließen lassen, νᾶμα πηγάζει μέλισσα, Antiph. 29 (IX, 404) u. a. Sp., wie Nonn.; Hesych. erkl. ἀναβλύζω.

Greek (Liddell-Scott)

πηγάζω: μέλλ. άσω, (πηγὴ) ἀναβλύζω, πηγάζει τὸ διαυγὲς ἐν ὄμμασι Ἀνθ. Πλαν. 310· καὶ πέτρα πηγάζει Γρηγ. Ναζ.· π. μαστοῖς Κλήμ. Ἀλ. 119. 2) μετὰ συστοίχ. αἰτ., νᾶμα μέλισσα πηγάζει Ἀνθ. Π. 9. 404· π. ῥεῖθρα, πηγήν, κτλ., Ἡρακλείδ. Ἀλληγορ. 9, κτλ. ΙΙ. μεταβ., κάμνω ὥστε νὰ ἀναβλύσῃ, ῥάβδῳ πέτραν πηγάσας, περὶ τοῦ Μωϋσέως, Βασίλ. σ. 520. 2) ὑγραίνω, βρέχω, τὸ ἔδαφος δάκρυσι ὁ αὐτ.

French (Bailly abrégé)

1 intr. sourdre, jaillir comme d’une source au pr. et au fig.
2 tr. faire sourdre, faire couler comme d’une source, épancher.
Étymologie: πηγή.

Greek Monolingual

ΝΜΑ πηγή
1. (για νερό και άλλα ρευστά) αναβρύζω, αναβλύζω, ξεπηδώ
2. μτφ. εκπηγάζω, προέρχομαι, απορρέω (α. «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» β. «διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα», Κασσ.
γ. «ζωὴ μὲν ἐκ Θεοῡ πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῦ Υἱοῡ προϊοῡσα, ἐν δὲ τῷ Πνεύματι ἐνεργουμένη», Γρηγ. Νύσσ.)
νεοελλ.
(για ποταμό) έχω τις πηγές μου («ο Νείλος πηγάζει από τα οροπέδια της Αιθιοπίας»)
μσν.-αρχ.
1. παρέχω νερό, βγάζω νερόπέτρα δὲ διψῶσιν ἐπήγαζε», Γρηγ. Ναζ.)
2. παρέχω, χαρίζω άφθονα (α. «Χριστὸς πηγάζων τὸ θεῑον νᾱμα τοῑς διψῶσι», Ωριγ.
β. «ἔρημος ἄρτους ἐπήγαζεν», Βασ. Σελ.)
3. δροσίζω, ποτίζω («ποίμνην... τοῑς λόγοις ἐπήγασα», Γρηγ. Ναζ)
4. παράγω, δημιουργώ («πηγάζει ζωὴν νοεράν», Πρόκλ.)
5. παράγω ρευστό, αναβλύζω κάτι (α. «πηγάζοντες μαστοί», Φίλ.
β. «νᾱμα μέλισσα πηγάζει, Αντίφιλ.
γ. «ἐκ φλογὸς τοῑς ὁσίοις δρόσον ἐπήγασας», Μηναί.).

Greek Monotonic

πηγάζω: μέλ. -άσω (πηγή),
1. αναπηδώ ή αναβλύζω, σε Ανθ.
2. με σύστ. αντ., αναβλύζω με νερό, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

πηγάζω: струить, испускать (γλυκὺ νᾶμα Anth.).

Middle Liddell

πηγάζω, fut. -άσω πηγή
1. to spring or gush forth, Anth.
2. c. acc. cogn. to gush forth with water, Anth.