Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκῶρ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: σκῶρ Medium diacritics: σκῶρ Low diacritics: σκωρ Capitals: ΣΚΩΡ
Transliteration A: skō̂r Transliteration B: skōr Transliteration C: skor Beta Code: skw=r

English (LSJ)

(in Att., but σκώρ in Dor. acc. to Hdn.Gr.1.394), τό; gen.

   A σκᾰτός Poll.5.91, σκάτους in Sophr.12 (s.v.l.): nom. σκάτος and gen. σκάτους condemned by Phryn.261:—dung, ordure, Epich.54 (codd., rightly), Ar.Ra.146, Pl.305, Stratt.9. (σκῶρ: σκατός [fr. *σκ-τ-ός] is a stem in r alternating with n (-τ-), cf. ὕδωρ, ὕδατος, etc.: Skt. apa- (ava-) skaras 'excrement', ONorse skarn 'dung', Lat. mūscerda.)

German (Pape)

[Seite 910] σκατός, τό, Koth, Ar. Ran. 146 Plut. 305 u. Sp.; σκάτο υς als gen. wird aus Sophron angeführt, s. oben σκάτος.

Greek (Liddell-Scott)

σκῶρ: (οὐχὶ σκὼρ Δινδ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 146), τό· γενικ. σκᾰτός. παρὰ Σώφρονι σκάτους, ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 293· - κόπρος, περίττωμα, ἀποπάτημα, Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ., Πλ. 305, Στράττις ἐν «Ἀταλάντῃ» 3. (Πιθαν. ἐκ τῆς √ΣΚΑΡΤ, (σκατὸς ἀντὶ σκαρτὸς ὡς ἥπατος ἀντὶ ἥπαρτος)· πρβλ. Σανσκρ. sakrit, Λατ. strerc-us, sterqu-inlinium (πρβλ. στεργάνος· κοπρὼν Ἡσύχ.)· ἀλλ’ ἡ √ΣΚΑΤ ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ἀρχ. Σκανδιν. skita, ἐν τῇ Ἀγγλο-Σαξον. scitan, κτλ.).

Greek Monolingual

δωρ. τ. σκώρ, γεν. σκατός, τὸ, Α
περίττωμα, αποπάτημα, σκατό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκή λ., η οποία ανάγεται στην ΙΕ ρίζα (s)ke-r- «κόπρος» (πρβλ. λατ. mu-scerda, αρχ. νορβ. skarn, χεττιτ. šakar, šaknaš) και εμφανίζει εναλλαγή r / n στο επίθημα τών τ. της ονομ. σκῶρ και της γεν. σκατός (< σκ-n-τος), αντίστοιχα (πρβλ. ὕδωρ, ὕδατος). Χαρακτηριστικό είναι ότι ο τ. σκῶρ εμφανίζει στην ονομ. και αιτ. μακρό φωνηεντισμό -ωρ- στο επίθημα -γ- αντί της αναμενόμενης συνεσταλμένης βαθμίδας -αρ- (πρβλ. ἧπ-αρ)].

Greek Monotonic

σκῶρ: τό, γεν. σκᾰτός· περίττωμα, κόπρος, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

σκῶρ: σκᾰτός τό экскременты, навоз Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκῶρ σκατός, τό poep, stront.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: muck, excrement (Epich., Ar., Stratt.).
Other forms: (σκώρ; cf. Schwyzer 377 a. 384), gen. σκατός (Poll.).
Compounds: 1. member a.o. in σκατο-φάγος muck-eater with -έω (com.).
Derivatives: σκωρ-ία f. metal slags (Arist. a. o.; s. Scheller Oxytonierung 49 w. furher details) with -ίδιον, -ιάζω (late), -αμίς f. stool (Ar.; after ἁμίς chamber pot).
Origin: IE [Indo-European] [947] *sker- excrement
Etymology: Old zero grade r-n-stem, only in ablaut differring from full grade Hitt. šakar, gen. šaknaš id. as ὕδωρ beside Hitt. u̯atar, u̯edar (Benveniste Origines 9, Frisk Indogerm. 25 f.). The other IE forms do not help to understand σκῶρ; s. except WP. 2, 587 f. and Pok. 947f. esp. W.-Hofmann s. mūscerda w. further forms and rich lit.; also Vasmer s. sór I. Older lit. also in Bq.

Middle Liddell

dung, Ar.

Frisk Etymology German

σκῶρ: {skō̃r}
Forms: (σκώρ; vgl. Schwyzer 377 u. 384), Gen. σκατός (Poll.).
Grammar: n.
Meaning: Kot, Exkrement (Epich., Ar., Stratt.),
Composita : Vorderglied u.a. in σκατοφάγος Kotfresser mit -έω (Kom.).
Derivative: Davon σκωρία f. Schlacken von Metallen (Arist. u. a.; s. Scheller Oxytonierung 49 m. weiteren Einzelheiten) mit -ίδιον, -ιάζω (spät), -αμίς f. Nachtstuhl (Ar.; nach ἁμίς Nachtgeschirr).
Etymology : Alter schwundstufiger r-n- Stamm, nur im Ablaut vom hochstufigen heth. šakar, Gen. šaknaš ib. unterschieden wie ὕδωρ gegenüber heth. u̯atar, u̯edar (Benveniste Origines 9, Frisk Indogerm. 25 f.). Die übrigen idg. Formen tragen zum Verständnis von σκῶρ nichts bei; s. außer WP. 2, 587 f. und Pok. 947f. bes. W.-Hofmann s. mūscerda m. weiteren Formen und reicher Lit.; auch Vasmer s. sór I. Ältere Lit. auch bei Bq.
Page 2,746