Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρουθοκάμηλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: στρουθοκάμηλος Medium diacritics: στρουθοκάμηλος Low diacritics: στρουθοκάμηλος Capitals: ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΟΣ
Transliteration A: strouthokámēlos Transliteration B: strouthokamēlos Transliteration C: strouthokamilos Beta Code: strouqoka/mhlos

English (LSJ)

[ᾰ], ὁ, also ἡ,

   A ostrich, from its camel-like neck, D.S.2.50, Str.16.4.11, Sor.1.84, Gal.6.702,705; struthiocamelus, Plin.HN10.143.    II = στρούθειον 111, Ps.-Dsc.2.163.

German (Pape)

[Seite 956] ὁ, auch ἡ, der Vogel Strauß wegen seines Kameelhalses, D. Sic. 2, 50 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

στρουθοκάμηλος: [ᾰ], ὁ, ὡσαύτως ἡ, τὸ γνωστὸν ζῷον κληθὲν οὕτως ἐκ τοῦ καμηλοειδοῦς λαιμοῦ του, Διόδ. 2. 50, Στράβ. 772, (πρβλ. Ὀππ. Κυν. 3, 483, μετὰ στρουθοῖο κάμηλον)· struthio-camelus παρὰ Πλιν. Ν. Η. 10. 1, 1. ΙΙ.= στρουθίον ΙΙ, Διοσκ. 2. 192.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
1 autruche, oiseau;
2 saponaire, plante.
Étymologie: στρουθός, κάμηλος.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και στρουθοκάμηλος, ό, και στρουθιοκάμηλος, ό και ἡ, Α
είδος πτηνού που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αποτελεί την ελληνική ονομασία του πιο μεγαλόσωμου αρτίγονου πτηνού-δρομέα, ανίκανου για πτήση, που απαντά στην Αφρική και ανήκει στην οικογένεια στρουθιονίδες
αρχ.
το φυτό στρούθειον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στρουθός + κάμηλος.

Greek Monotonic

στρουθοκάμηλος: [ᾰ], ὁ, επίσης ἡ, πτηνό στρουθοκάμηλος, που ονομάστηκε έτσι λόγω του λαιμού του, που είναι στενόμακρος όπως τῆς καμήλας, σε Στράβ.

Russian (Dvoretsky)

στρουθοκάμηλος: ὁ страус Diod.

Middle Liddell

στρουθο-κά˘μηλος, ὁ, αλσο ἡ,
an ostrich, from its camel-like neck, Strab.