Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνδέομαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συνδέομαι Medium diacritics: συνδέομαι Low diacritics: συνδέομαι Capitals: ΣΥΝΔΕΟΜΑΙ
Transliteration A: syndéomai Transliteration B: syndeomai Transliteration C: syndeomai Beta Code: sunde/omai

English (LSJ)

   A join in entreating, c. dat., Plu.Caes.66; σ. τινὶ ἵνα . . Pl.Prm.136e; σ. τινὸς μὴ ποιεῖν τι beg of him also . ., Id.Ep.318c; τί τινος something of a person, D.36.57.

German (Pape)

[Seite 1006] (s. δέομαι), mit od. zugleich bedürfen, bitten; τινί, mit Einem, Plat. Parm. 136 e; μετὰ Θεοδότου συνεδεήθην σοῦ μὴ ποιεῖν ταῦτα, Ep. III, 318 c; Sp., wie Plut. Demetr. 51.

Greek (Liddell-Scott)

συνδέομαι: ἀποθετ., ἀπὸ κοινοῦ δέομαι, παρακαλῶ, ζητῶ, σ. τινι ἵνα... Πλάτ. Παρμ. 136D· σ. τινος μὴ ποιεῖν τι Πλάτ. Ἐπιστ. 318C· τί τινος Δημ. 962. 1· σ. περί τινος Πλουτ. Καῖσ. 66.

French (Bailly abrégé)

demander ou prier en même temps ou avec : σ. περί τινος se joindre à qqn pour faire une demande au sujet de qch.
Étymologie: σύν, δέομαι.

Greek Monolingual

Α
(αποθ.) παρακαλώ, ικετεύω κάποιον για κάτι μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + δέομαι «προσεύχομαι, ικετεύω»].

Greek Monotonic

συνδέομαι: αποθ., παρακαλώ, επαιτώ από κοινού, τινος, κάτι από κάποιον, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

συνδέομαι:
I вместе просить: σ. τινι Plat. просить вместе с кем-л.; μετά τινος σ. τινος μὴ ποιεῖν ταῦτα Plat. вместе с кем-л. просить кого-л. не делать этого; σ. τί τινος Dem. вместе просить о чем-л. кого-л.
II med.-pass. к συνδέω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συν-δέομαι samen (met...) vragen of verzoeken; met dat., met μετά + gen. met iem.; met gen. (aan of van) iem.

Middle Liddell


Dep. to join in begging, τί τινος something of a person, Dem.