Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τηνάλλως

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: τηνάλλως Medium diacritics: τηνάλλως Low diacritics: τηνάλλως Capitals: ΤΗΝΑΛΛΩΣ
Transliteration A: tēnállōs Transliteration B: tēnallōs Transliteration C: tinallos Beta Code: thna/llws

English (LSJ)

or τὴν ἄλλως,

   A v. ἄλλως 11.3.

German (Pape)

[Seite 1108] adv., eigtl. = τὴν ἄλλως ὁδόν, auf einem anderswohin führenden Wege, anderweitig, gew., wie ἄλλως, = ohne besondere Absicht, οὐ γὰρ δὴ τηνάλλως γέ μοι προὔκειτο, ἀλλὰ τοῦ ἀναγκαίου ἕνεκα, D. Hal. C. V. 18; auch = umsonst, vergebens, vgl. Schäf. ad D. Hal. C. V. p. 230; μάτην bei Philem. erklärt.

Greek (Liddell-Scott)

τηνάλλως: ἢ τὴν ἄλλως, ὡς ἀναγκαίως φέρεται ἐν τῷ: τήν γε ἄλλως, Δίων Κ. 38. 24., 42. 50. - Ἐπίρρ. σχηματισθὲν κατ’ ἔλλειψιν ἐκ τῆς φράσεως. τὴν ἄλλως [ἄγουσαν] ὁδόν, κατὰ τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν εἰς ἄλλο τέρμα, κατ’ ἄλλην ὁδόν, κατ’ ἄλλον τρόπον, κατ’ οὐδένα ὡρισμένον τρόπον, οἱ ἀγῶνες οὐδέποτε τὴν ἄλλως, ἀλλ’ ἀεὶ τὴν περὶ αὐτοῦ Πλάτ. Θεαίτ. 172Ε· ἐντεῦθεν, 2) ἀσκόπως, μάτην, ματαίως (πρβλ. ἄλλως ΙΙ. 2), τὴν ἄλλως θεωρεῖν ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 650Α· τὴν ἄλλως ψηφίζεσθαι Δημ. 34. 11., 398. 8· τὴν ἄλλως ἐπαρεῖ τὴν φωνὴν ὁ αὐτ. 449. 13· τὸ κανοῦν δ’ ὁ παῖς περίεισι τηνάλλως ἔχων Φιλήμων ἐν «Νυκτὶ» 1. ΙΙ. κατ’ ἄλλον τρόπον, Δίων Κ. ἔνθ’ ἀνωτ., κλπ.· ἴδε Bergler εἰς Ἀλκίφρονα 1. 19.

French (Bailly abrégé)

adv.
gratuitement, inutilement, sans résultat.
Étymologie: abréviation de la locut. τὴν ἄλλως ἄγουσαν ὁδόν par le chemin qui mène ailleurs.

Greek Monolingual

Α
επίρρ. (σύνθ. από τη φρ. τὴν ἄλλως) βλ. άλλως.

Greek Monotonic

τηνάλλως: ή τὴνἄλλως,
1. επίρρ., ελλειπτικό αντί της φράσης τὴν ἄλλως ἄγουσαν ὁδόν, κατά το δρόμο που οδηγεί διαφορετικά, δηλ. σε όχι συγκεκριμένο δρόμο, σε Πλάτ.
2. χωρίς σκοπό, μάταια, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

τηνάλλως: (или τὴν ἄλλως, sc. ἄγουσαν ὁδον) adv.
1) другим путем, иным образом, иначе: οὐδέποτε τ., ἀλλὰ ἀεὶ περὶ αὐτοῦ Plat. не как-либо иначе, а всегда о данном (конкретном) деле;
2) напрасно, впустую, бесцельно (ποιεῖν τι Plat., Dem.).

Middle Liddell


1. elliptic for τὴν ἄλλως ἄγουσαν ὁδόν in the way leading differently, i. e. in no particular way, Plat.
2. to no purpose, in vain, Dem.