Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τριηραρχία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τρῐηραρχία Medium diacritics: τριηραρχία Low diacritics: τριηραρχία Capitals: ΤΡΙΗΡΑΡΧΙΑ
Transliteration A: triērarchía Transliteration B: triērarchia Transliteration C: triirarchia Beta Code: trihrarxi/a

English (LSJ)

ἡ, A command of a trireme, Arist. Pol.1322b4(pl.). II at Athens, the fitling out of a trireme for the public service, Lys.32.24, X.Ath.1.13, Oec.2.6, etc.: also at Priene, SIG1003.29 (ii B. C.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

τριηραρχία: ἡ, τὸ τριηραρχεῖν, ἡ ἀρχηγία τριήρους, Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 8, 15. ΙΙ. ἐν Ἀθήναις, ὁ ἐξοπλισμὸς τριήρους ὑπὸ πολίτου εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου (πρβλ. τριήραρχος ΙΙ), πρῶτον παρὰ τῷ Λυσίᾳ 908. 5, Ξεν. Ἀθην. 1, 13, Οἰκ. 2, 6· ἡ τριηραρχία ἦν ἡ σπουδαιοτάτη τῶν ἐκτάκτων λειτουργιῶν. Περὶ τοῦ ἀξιώματος τούτου, τῶν καθηκόντων καὶ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ ἴδε Wolf. Proleg. Leptin. σ. 100, Böckh P. E. 2, σ. 319-368, Λεξικ. τῶν Ἀρχαιοτ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
à Athènes obligation d’équiper une trière à ses frais.
Étymologie: τριήραρχος.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ τριηράρχης
(στην αρχ. Αθήνα) μορφή δημόσιας λειτουργίας της αθηναϊκής πολιτείας την οποία αναλάμβαναν οι ευπορότεροι πολίτες, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να εξοπλίσουν μία τριήρη («οἶδ' ὅτι καὶ τριηραρχίας μισθοὺς και εἰσφορὰς τοσαύτας σοι προστάζουσιν», Ξεν.)
αρχ.
η αρχηγία τριήρους.

Greek Monotonic

τριηραρχία: ἡ,
I. αρχηγία τριήρους, σε Αριστ.
II. στην Αθήνα, ο εξοπλισμός τριήρους από επιφανή πολίτη στην υπηρεσία του δημοσίου, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

τριηραρχία: ἡ триерархия
1) командование триерой Arst.;
2) в Афинах, снаряжение на свой счет триеры для государства Lys., Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τριηραρχία -ας, ἡ [τριήραρχος] functie van triërarch.

Middle Liddell

τριηραρχία, ἡ, [from τριηραρχέω
I. the command of a trireme, Arist.
II. at Athens, the fitting out of a trireme for the public service, a trierarchy, Xen.