Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρίβω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: τρίβω Medium diacritics: τρίβω Low diacritics: τρίβω Capitals: ΤΡΙΒΩ
Transliteration A: tríbō Transliteration B: tribō Transliteration C: trivo Beta Code: tri/bw

English (LSJ)

[ῑ], Hes.Op.251, etc.: Ep. impf.

   A τρίβεσκον A.R.2.480: fut. τρίψω S.Fr.483, (ἀπο-) Od.17.232: aor. ἔτριψα Pherecr.181; inf. τρῖψαι Od.9.333, etc.: pf. τέτρῐφα M.Ant.9.10, (συν-) Eub.62:—Med., fut. τρίψομαι (προσ-) Antipho 4.2.8: aor. ἐτριψάμην Call.Lav.Pall.25, A.D. Synt.210.26:—Pass., fut. τριφθήσομαι App.BC4.65, etc.; τρῐβήσομαι Plu.Dio25, (ἐκ-) S.OT428, (κατα-) X.HG5.4.60; also τετρίψομαι (ἐπι-) Ar.Pax246; fut. Med. in pass. sense, Th.6.18, 7.42: aor. ἐτρίφθην Id.2.77, Hp.Epid.5.6, Antiph. 102; (δια-) D.19.164: more freq. aor. 2 ἐτρίβην [ῐ] Arist.Pr.893b40; (δι-) Th.1.125; (ἐκ-) Hdt.7.120; (ἐπ-) freq. in Ar., Th.557, al.; (κατ-) Pl.Lg.678d; (συν-) Ar.Pax 71, etc.: pf. τέτριμμαι Pl.Phd.116d; Ion. 3pl. τετρίφᾰται Hdt.2.93. [ῐ only in pf. Act. and Pass., and fut. and aor. 2 Pass.]:—rub, τριβέμεναι κρῖ, i. e. thresh, thresh it out, because this was done by trampling under the feet of oxen, Il.20.496; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ work round the stake in his eye, Od.9.333; χρυσὸν -όμενον βασάνῳ rubbed on a touchstone, so as to test its purity, Thgn.450; τ. τὸ σκέλος rub the leg, Pl.Phd.60b; τὰς τῆς ψώρας ἰάσεις τῷ τρίβειν Id.Phlb.46a; τὸν ὀφθαλμόν Arist.Pr.957a38; ἀμφορέως τὸν πύνδακα ib. 938a14; τ. τὴν κεφαλήν, in sign of perplexity, Aeschin.2.49; ταῖς χερσὶ [τὰς τρίχας] τ. X.Eq.5.5; τὸν πόδα μύροις τ. Eub.108 (hex.); of a masseur, Gal.6.151, 187; in blood-letting, Id.15.784:—Med., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε . . τρίβεσθαι μύσος rub one's pollution upon the shrines, pollute them with it, A.Eu.195:—Pass., τετριμμένοι τὰ ἐπ' ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων Hdt.2.93; ὕλη τριφθεῖσα ὑπ' ἀνέμων πρὸς αὑτήν, so as to catch fire, Th.2.77; ὀδόντες τριβόμενοι πρὸς ἀλλήλους Arist. PA661b22.    2 bruise, pound, knead, κεδρίδας, [κώνειον], Ar. Th.486, Pl.Phd.117b; ἑλλεβόρου ἅμαξαν Id.Euthd.299b; ποίαν IG 42(1).122.121 (Epid., iv B. C.); καταπλαυτόν, [μάζας], Ar.Pl.717, Pax 8,16; κάρυα καὶ ἀμύγδαλα εἰς θυείαν τ. Chrysipp. Tyan. ap. Ath.14.648a, cf. Sor.1.62, τὸ μέλαν grind, D.18.258:—Pass., θυμιήματα τετριμμένα Hdt.2.86; ἄρτοι σφόδρα τετριμμένοι Arist.Pr.929a17, cf. b8; μηδὲν τετριμμένον, ἀλλὰ τεθλας μένων ὁ χυλός Diocl.Fr.138.    3 crush, βότρυν Arist.Fr.571.    II wear out clothes (cf. τρίβων (A)), τῶν ὑποδημάτων τὰ τριβόμενα Plu.2.680a; τελαμῶνες μὴ λίαν τετριμμένοι Sor.1.83; of a road, wear or tread it smooth, ἀτραπὸς τετριμμένη ἡ διὰ θυείας, with a play on pounding in a mortar, Ar.Ra.123; τὴν τετρ. ὥσπερ ὁδὸν ἐπὶ τὸν μακάριον βίον Phld.Rh.1.260 S.; τρίβει οὐρανόν goes his way through heaven (cf. τρίβος), Arat.231; τ. κύματα, of a ship, AP9.34 (Antiphil.); πόδας τρίβειν Theoc.7.123.    2 of Time, wear away, spend, δυστυχῆ τ. βίον S.El.602; νησιώτην τ. βίον E.Heracl.84; γεωργὸν βίον τ. Ar.Pax 589 (lyr.); ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον Id.Pl.526 (anap.); τ. πόλεμον prolong a war, Plb.2.63.4: abs., waste time, tarry, A.Ag.1056, D.23.173 vulg. (διατρ. cod. S):—Pass., ἐν τούτοις τρίβεται χρόνος ἐνίοτε μακρός Gal.16.578; ἀμφισβήτησις . . τρειβομένη πολλῶν ἐτῶν prolonged, OGI502.3 (Aezani, ii A. D.).    3 waste or ravage a country, E.Hec.1142.    III of persons, wear out, σκολιῇσι δίκῃσι ἀλλήλους τρίβουσι Hes.Op. 251; τρίβεσθαι κακοῖσι to be worn out by ills, Il.23.735; ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις A.Ag.1573 (anap.); τ. ἀμφοτέρους wear them both out, Th.8.56, cf. 7.48, Plu.Caes.40:—Med., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν wear itself out by internal struggles, Th.6.18, cf. 7.42:—Pass., τριβόμενος λεώς oppressed, Hdt. 2.124; πολέμιοι τριφθησόμενοι ἐν σφίσιν App. l. c.; τρίβεσθαι μάτην τερὶ (ἐπὶ codd.) τὴν δίωξιν Plu.Pomp.41.    2 of money and property, waste, squander it, οὔτε τι τῶν οἰκηΐων τρίβουσι οὔτε δαπανῶνται Hdt.2.37.    3 use constantly, κατώμοσα . . μὴ πολὺν χρόνον θεοὺς ἔτι σκῆπτρα τἀμὰ τρίψειν Ar.Av.636 (lyr.); κοινὰ ὀνόματα καὶ τετριμμένα D.H.Comp. 25; ἡ τετρ. καὶ κοινὴ διάλεκτος Id.Th.23; τετρ. σχηματισμός in common use, A.D.Pron.115.16, cf. S.E.M.1.229.    4 Pass., to be much busied or engrossed with a thing, πολέμῳ Hdt.3.134; ἀμφ' ἀρετῇ τ. practise oneself in, use oneself to it, Thgn.465; τρίβεσθαι περὶ τοὺς δυνατούς Philostr.VA4.41: esp. in pf. part. Pass. τετριμμένος, practised, expert, ἔμπειροι καὶ τ. Phld.Rh.2.281 S.; οἱ ἐν ποήμασι τ. Id.Po.5.21; τ. ἀκοή a trained, expert ear, ib.24; πολεμικὸς καὶ τετρ. δι' ὅπλων Plu.Eum.11; ἀνὴρ φιλοπόνως ἐπὶ τῶν ἔργων τετρ. Gal.15.585, cf. 623.

German (Pape)

[Seite 1140] fut. τρίψω, aor. pass. ἐτρίφθην, Thuc. 2, 77, gew. ἐτρίβην [in diesem temp. mit kurzem ι], fut. pass. τρίψομαι, 6, 18. 7, 42; – reiben; τριβέμεναι κρῖ λευκὸν ἐν ἀλωῇ, Il. 20, 496, dreschen, eigtl. ausreiben, das Korn wurde mit Walzen ausgedroschen; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, herumdrehen, Od. 9, 333; χρυσὸν βασάνῳ, Gold am Probirstein reiben, um seine Reinheit auszumitteln, Theogn. 450; sp. D., φάρμακον Strat. 11 (XII, 13); Plat. Phaed. 117 b u. öfter, ἔτριψε τῇ χειρὶ τὸ σκέλος Phaed. 60 b. – Bes. abreiben, abnutzen, abtragen, τετριμμένοι τὰ ἐπ' ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων, Her. 2, 93; bes. von Kleidern und von Wegen, δίκτυον τριβέν En. ad. 129 (VI, 24), ἀτραπὸς τετριμμένη Ar. Ran. 123. – Dah. von Personen aufreiben, entkräften, schwächen, μηδὲ τρίβεσθε κακοῖσιν, nutzt cure Kräfte nicht ab, Il. 23, 735; ἀλλήλους τρίβουσι σκολιῇσι δίκῃσι Hes. O. 251, sie reiben einander od. ihr Vermögen durch Rechtshändel auf; τριβόμενος λαός, Her. 2, 124, ein gemißhandeltes Volk; auch Geld und Gut aufzehren, mit δαπανᾶσθαι vrbdn, 2, 37; ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις αὐθένταισιν, Aesch. Ag. 1554; Thuc. a. a. O. und öfter; τῶν στρατιωτῶν τετριμμένων ὑπὸ τῆς κακοπαθείας, Pol. 10, 13, 11; τριβέντες ὑπὸ τύφου, Luc. Paras. 52. – Pass. sich verweilen, Aesch. Eum. 186; sich mit einer Sache viel beschäftigen, sich darin üben, πολέμῳ, Her. 3, 124; ἀμφ' ἀρετῇ, Theogn. 465. – Später auch so im act., τί, Etwas treiben, üben, βίον, eine Lebensart führen, z. B. δυστυχῆ, ein unglückliches Leben führen, Soph. El. 592; νησιώτην, Eur. Heracl. 86; γεωργικόν, Ar. Pax 576; λυπηρόν, D. Hal. 1, 56; aber πόλεμον τρίβειν, einen Krieg in die Länge ziehen, Pol. 2, 63, 4; Iulian. Caes. 19, 10.

Greek (Liddell-Scott)

τρίβω: [ῑ], μέλλ. τρίψω· ἀόρ. ἔτριψα, ἀπαρ. τρῖψαι Ὀδ. Ι. 333, κτλ.· πρκμ. τέτρῐφα (συν-) Εὔβουλ. ἐν «Λάκωσι» 4. - Μέσ., μέλλ. τρίψομαι (προσ-) Ἀντιφῶν 127. 2· ἀόρ. ἐτριψάμην Καλλ. Λουτρ. Παλλάδ. 25. - Παθητ., μέλλ. τριφθήσομαι Ἀππ. Ἐμφυλ. 4. 65, κλπ.· τρῐβήσομαι Πλουτ. Δίων 25, (ἐκ-) Σοφ. Ο. Τ. 428, (κατα-) Ξεν.· ὡσαύτως τετρίψομαι (ἐπι-) Ἀριστοφ. Εἰρ. 346· καὶ μέσ. μέλλ. ἐπὶ παθητ. σημασ., Θουκ. 6. 18., 7. 42· - ἀόριστ. ἐτρίφθην ὁ αὐτ. 2. 77· τριφθῆναι Κωμικ. Ἀποσπ. (Ἀντιφ.) 3, 54, (δια) Δημ. 393. 1· συχνότερον ἀόρ. β΄ ἐτρίβην [ῐ], Ἀριστ. Προβλ. 10. 27· (δι-) Ἡρόδ. 7. 120, Θουκ.· (ἐπ-) συχν. παρ’ Ἀριστοφ.· (κατ-) Πλάτ.· (συν-) Ἀριστοφάν., κλπ.· - πρκμ. τέτριμμαι Πλάτ. Φαίδων 116D· Ἰωνικ. γ΄ πληθ. τετρίφᾰται Ἡρόδ. 2. 98. Πρβλ. ἀνα-, ἀπο-, προσ-τρίβω. [ῐ μόνον ἐν τῷ πρκμ. καὶ ἐν τῷ ἀορ. β΄, ὡς καὶ ἐν συνθέτοις, ἅτινα κατὰ τὸ πλεῖστον παράγονται ἐκ τοῦ ἀορίστ. β΄]. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε τείρω). Τρίβω, δηλ. ἁλωνίζω σῖτον, διότι τὸ ἁλώνισμα ἐτελεῖτο διὰ τῆς τριβῆς τῆς γινομένης διὰ τοῦ πατήματος τῶν βοῶν ἢ διὰ κυλίνδρῳν ἐπικυλιομένων, ὡς δ’ ὅτε τις ζεύξῃ βόας ἄρσενας... τριβέμεναι κρῖ λευκὸν ἐϋκτιμένῃ ἐν ἀλωῇ, ῥίμφα τε λέπτ’ ἐγένοντο βοῶν ὑπὸ πόσσ’ ἐριμύκων, ὣς Ἰλ. Υ. 496· μοχλὸν ἀείρας τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, νὰ περιστρέψῃ αὐτὸν ἐντὸς τοῦ ὀφθαλμοῦ, Ὀδ. Ι. 333· ἄπεφθον χρυσὸν ἐρυθρὸν ἰδεῖν τριβόμενον βασάνῳ δηλ. Λυδίᾳ λίθῳ (πρβλ. παρατρίβω), Θέογν. 450· τρ. μᾶζαν Ἀριστοφ. Εἰρ. 8, κλπ.· τρ. τὸ σκέλος Πλάτ. Φαίδων 60Β· τὰς τῆς ψώρας ἰάσεις τῷ τρίβειν ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 46Α· τρ. τὴν κεφαλήν, εἰς ἔνδειξιν στενοχωρίας, Αἰσχίν. 34. 26· ταῖς χερσὶ [τὰς τρίχας] τρ. Ξενοφ. Ἱππ. 5. 5· τὸν πόδα μύροις τρ. Εὔβουλος ἔνθ’ ἀνωτ. - Μέσ., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε... τρίβομαι μύσος, προστρίβω ἐπὶ τῶν ἱερῶν τὸ μόλυσμά μου, μιαίνω αὐτὰ (πρβλ. προστρίβω), Αἰσχύλ. Εὐμ. 195. - Παθητ., τετριμμένοι τὰ ἐπ’ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων Ἡρόδ. 2. 93· ὕλη τριφθεῖσα ὑπ’ ἀνέμων πρὸς αὐτήν, ὥστε νὰ ἀναφθῇ, Θουκ. 2. 77· ὀδόντες τριβόμενοι πρὸς ἀλλήλους Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 3. 1, 5. 2) τρίβω, μεταβάλλω εἰς κόνιν, κοπανίζω, ζυμώνω, ἀνακατώνω, φάρμακον, κώνειον Ἀριστοφ. Θεσμ. 486, Πλάτ. Φαίδων 117Β· καταπλαστόν, μᾶζαν Ἀριστοφ. Πλ. 717, Εἰρ. 816· κάρυα καὶ ἀμύγδαλα εἰς θυείαν τρ. Ἀθήν. 648Α· τὸ μέλαν Δημ. 313. 11. - Παθ., τετριμμένα θυμιήματα Ἡρόδ. 2. 86 ἄρτοι σφόδρα τετριμμένοι Ἀριστ. Προβλ. 15. 17, πρβλ. 21. 22. 3) συμπιέζω, συνθλίβω, συντρίβω, βότρυν ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 530· τὴν ῥῖνα, τὸν ὀφθαλμὸν ὁ αὐτ. ἐν Προβλ. 31. 1· ἀμφορέως τὸν πύνδακα αὐτόθι 25. 2. ΙΙ. διὰ τῆς τριβῆς φθείρω, καταστρέφω ἐνδύματα (ἴδε τρίβων), τῶν ὑποδημάτων τὰ τετριμμένα Πλούτ. 2. 680Α· ἐπὶ ὁδοῦ, πατῶν φθείρω ἢ ποιῶ αὐτὴν ὁμαλήν, ἀλλ’ ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη ἡ διὰ θυείας, μετὰ παιδιᾶς ἐπὶ σημασίας τοῦ κοπανίζω ἐν ἰγδίῳ, «τετριμμένην δὲ ἅμα μὲν ὡς ἐπὶ ὁδοῦ καθημαξευμένης, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ τρίβεσθαι τὸ κώνειον» (Σχόλ.), Ἀριστοφ. Βάτρ. 123· τρίβει οὐρανόν, ἡ τρίβος αὐτοῦ διέρχεται τὸν οὐρανὸν (π. βλ. τρίβος), Ἄρατ. 231· τρ. κύματα, ἐπὶ πλοίου, Ἀνθολ. ΙΙ. 9. 34. 2) ἐπὶ χρόνου, κατατρίβω, διάγω, Λατ. terere vitam δυστυχῆ τρ. βίον Σοφ. Ἠλ. 602· νησιώτην τρ. βίον Εὐρ. Ἡρακλ. 86· βίον τρ. γεωργικὸν Ἀριστοφ. Εἰρ. 590· ὀδυνηρὸν τρ. βίοτον ὁ αὐτ. ἐν Πλ. 526· τρ. πόλεμον, ἐπιμηκύνω τὸν πόλεμον, Πολύβ. 2. 63, 4· - ἀπολ., χάνω καιρόν, βραδύνω, ἀναβάλλω, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1056, Δημ. 678. 10. 3) ἐρημώνω χώραν, Εὐρ. Ἑκ. 1142. ΙΙΙ. μεταφορ., 1) ἐπὶ προσώπων, φθείρω, καταστρέφω, ἀφανίζω, σκολιῇσι δίκῃσι ἀλλήλους τρίβουσι Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 249· μηδὲ τρίβεσθε κακοῖσι, μηδὲ καταπονεῖτε ἑαυτοὺς κακοῖς, Ἰλ. Ψ. 735· ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις Αἰσχύλ. Ἀγ. 1573· τρ. ἀμφοτέρους, φθείρειν, καταστρέφειν, Θουκ. 8. 56, πρβλ. 7. 48· οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὐτήν, δι’ ἐσωτερικῶν συγκρούσεων, ὁ αὐτ. 6. 18, πρβλ. 7. 42. - Παθητ., τριβόμενος ληός, καταπιεζόμενος λαός, Ἡρόδ. 2. 124. 2) ἐπὶ χρημάτων καὶ περιουσίας, κατασπαταλῶ, διασκορπίζω, ἀσωτεύω, οὔτε τι τῶν οἰκηίων τρίβουσι οὔτε δαπανέονται αὐτόθι 37. 3) συνεχῶς μεταχειρίζομαι, κατώμοσα... μὴ πολὺν χρόνον θεοὺς ἔτι σκῆπτρα τἀμὰ τρίψειν Ἀριστοφ. Ὄρν. 636 ὀνόματα κοινὰ καὶ τετριμμένα Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 25· ἡ τετρ. καὶ κοινὴ διάλεκτος ὁ αὐτ. π. Θουκ. 23. 4) Παθ., πολὺ ἀσχολοῦμαι περί τι ἢ εἶμαι δεδομένος ὁλοψύχως εἴς τι, πολέμῳ Ἡρόδ. 3. 134· ἀμφ’ ἀρετῇ τρ., ἀσκῶ ἀρετήν, γυμνάζομαι εἰς αὐτήν, Θέογν. 465· πολεμικὸς καὶ τετρ. δι’ ὅπλων Πλουτ. Εὐμ. 11· ἐπί τι ὁ αὐτ. ἐν Πομπ. 41· περί τι Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 24. 12.

French (Bailly abrégé)

f. τρίψω, ao. ἔτριψα, pf. inus.
Pass. f. τριφθήσομαι, f.2 τριβήσομαι, ao. ἐτρίφθην, ao.2 ἐτρίβην, pf. τέτριμμαι;
I. 1 frotter, acc.;
2 triturer, broyer ; μέλαν DÉM broyer du noir (pour écrire) ; ὕλη τριφθεῖσα THC forêt enflammée par le frottement produit par le vent ; particul. triturer (le blé) avec un cylindre (pour l’égrener) ; μοχλὸν τρίβειν ἐν ὀφθαλμῷ OD frotter, càd tourner le pieu dans l’œil (du Cyclope);
II. user par le frottement :
1 au propre ; Pass. être usé : ἀτραπὸς τετριμμένη AR chemin battu, fréquenté;
2 fig. en parl. de pers. user, miner, affaiblir, exténuer : τρ. ἀμφοτέρους THC épuiser les deux partis ; τρίβεσθαι κακοῖσι IL être consumé ou épuisé par des souffrances ; τριβόμενος λεώς HDT peuple maltraité;
3 en parl. de choses (argent, bien) consumer, dévorer, dissiper;
4 user par l’exercice ; pratiquer ; Pass. s’exercer, être exercé : πολέμῳ HDT à la guerre;
5 user peu à peu, exercer : βίον SOPH sa vie, traîner péniblement sa vie;
6 user par des délais, traîner en longueur, différer : θυραίαν (τριβὴν) τρ. ESCHL s’arrêter, séjourner devant la porte ; τρ. τὸν πόλεμον χρόνῳ PLUT traîner la guerre en longueur ; τὸν χρόνον PLUT traîner le temps en longueur ; abs. différer, traîner le temps en longueur ; Pass. être retardé, s’arrêter;
Moy. τρίβομαι séjourner : χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε τρίβεσθαι μύσος ESCHL (il ne convient pas) que des êtres impurs séjournent dans ce temple prophétique.
Étymologie: R. Τερ, Τρι, frotter ; cf. τείρω, lat. tero, trivi, tritum.

English (Autenrieth)

(cf. τείρω), inf. τρῖβέμεναι, aor. ἔτρῖψα, inf. τρῖψαι: rub, hence thresh corn (by treading out with oxen, see cut), Il. 20.496 ; μοχλὸν ἐν ὀφθαλμῷ, ‘plunge’ we should say (cf. ‘rubbed in’), Od. 9.333; pass. and fig., wear oneself out, Il. 23.735.

Spanish

triturar, machacar, frotarse

Greek Monolingual

ΝΜΑ
1. σύρω επανειλημμένως ένα σώμα πάνω σε άλλο συμπιέζοντάς το στο σημείο επαφής τους ή ξύνω κάτι μετακινώντας με πίεση άλλο σώμα πάνω σε αυτό (α. «τρίψε καλά τα μάρμαρα» β. «τρίβω το ξύλο με το γυαλόχαρτο» γ. «τρίβω τα μαχαιροπήρουνα» δ. «τὸν πόδα μύροις τρίβειν», Εύβουλ.)
2. βγάζω με την τριβή (α. «τρίβω το καλαμπόκι» β. «ὡς δ' ὅτε τις ζεύξῃ βόας ἄρσενας... τριβέμεναι κρῑλευκὸν ἐϋκτιμένη ἐν ἀλωῇ», Ομ. Ιλ.)
3. μεταβάλλω σε σκόνη, λειοτριβώ, κονιοποιώ (α. «τρίβω το πιπέρι» β. «τρίβω τον καφέ»)
4. (σχετικά με ενδύματα) φθείρω από την πολλή χρήση (α. «τρίφτηκε το πουκάμισο στον γιακά» β. «τῶν ὑποδημάτων τὰ τετριμμένα», Πλούτ.)
5. παθ. τρίβομαι
είμαι εύθρυπτος ή φθείρομαι με την τριβή
6. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τετριμμένος, -η, -ο(ν)
ο χωρίς σπουδαιότητα, κοινός, συνηθισμένος (α. «τετριμμένα λόγια» β. «ἡ τετριμμένη καὶ κοινὴ διάλεκτος», Δίον. Αλ.)
νεοελλ.
1. (σχετικά με ζύμη) μαλάζω πολλές φορές
2. κάνω θεραπευτική εντριβή («τον έτριψα με αλοιφή»)
3. θωπεύω ερωτικά («τήν είχε στα γόνατά του και τήν έτριβε»)
4. καθαρίζω με την τριβήτρίβω τον νεροχύτη»)
5. μετρώ χρηματικό ποσό
6. παθ. αποκτώ εμπειρία με τη συνεχή ενασχόληση με κάτι («τρίφτηκε πια στη δουλειά»)
7. φρ. α) «τρίβω τα χέρια μου» — εκδηλώνω υπερβολική ευχαρίστηση
β) «τρίβω τα μάτια μου» — εκπλήσσομαι βλέποντας κάτι απροσδόκητο
γ) «του το 'τρίψε στη μούρη» ή «του το 'τρίψε στην κασίδα» — του το έδωσε πίσω με τον χείριστο τρόπο
δ) «του 'τριψε τη μούρη» — τον τιμώρησε αυστηρά
ε) «θα ιδεί πώς το τρίβουν το πιπέρι» — θα ιδεί πόσο δύσκολο είναι το έργο
8. παροιμ. «λαγός την φτέρη έτριβε κακό της κεφαλής του» — δεν πρέπει να δίνεις αφορμή να σέ προσέξουν όταν από αυτό κινδυνεύεις να πάθεις κακό ή να ζημιωθείς
αρχ.
1. περιστρέφω («μοχλὸν ἀείρας τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ», Ομ. Οδ.)
2. συμπιέζω, συνθλίβωτρίβω βότρυν», Αριστοτ.)
3. (σχετικά με δρόμο) πατώ για να τον κάνω ομαλό («ἀλλ' ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη ἡ διὰ θυείας», Αριστοφ.)
4. (σχετικά με χώρα) ερημώνωκἄπειτα Θρῄκης πεδία τρίβοιεν τάδε λεηλατοῦντες», Ευ ρ.)
5. (σχετικά με πρόσ.) καταστρέφω, αφανίζω
6. (σχετικά με χρήματα) κατασπαταλώ
7. μεταχειρίζομαι συνεχώς
8. παθ. ασχολούμαι πολύ με κάτι ή είμαι δοσμένος ολόψυχα σε κάτι
9. φρ. α) «τρίβω βίον» — περνώ τον καιρό μου
β) «τρίβω πόλεμον» — παρατείνω τον πόλεμο
γ) «χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε... τρίβομαι μύσος» — μιαίνω τα ιερά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. τρῑβω ανάγεται στην μορφή tr-iә-bh- της ΙΕ ρίζας ter- «τρυπώ, διαπερνώ» (πρβλ. τείρω, τέρετρον, τετραίνω) με παρεκτάσεις -ī- και χειλικό -β-. Ο φωνηεντισμός -ī- απαντά και στον τ. trīvī, παρακμ. του ρ. terō «τρίβω» (βλ. και τρεις, τρία). Οι τ. του ρ. τρίβω με βραχύ -ĭ- είναι σχηματισμένοι αναλογικά προς αντίστοιχους τ. με θεματικό -ĭ- (πρβλ. τρῐβῆναι: ρῐφῆναι, τρῐβή: στῐχή, τρῐβος: στῐβος).
ΠΑΡ. τριβάς(-άδα), τριβεύς(-έας), τριβή, τρίβος, τρίβων, τριπτήρας, τρίπτης(-φτης), τριπτός
αρχ.
τριβαία, τρίβανον, τρίβάξ, τριβήδι(ο)ν, τριψημερώ, τρίψις
αρχ.-μσν.
τριβακός, τριψ(ε)ίδιον
μσν.
τρίπτρον, τριψεργία
μσν.- νεοελλ.
τρίψιμο(ν)
νεοελλ.
τριβίδα, τριβίδι.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αποτρίβω, διατρίβω, εκτρίβω, ενδιατρίβω, εντρίβω, κατατρίβω, παρατρίβω, περιτρίβω, συντρίβω
αρχ.
ανατρίβω, αντιτρίβω, αποδιατρίβω, επανατρίβω, επεντρίβω, επιδιατρίβω, επιτρίβω, προανατρίβω, προδιατρίβω, προκατατρίβω, προσανατρίβω, προσαποτρίβω, προσδιατρίβω, προσεπιτρίβω, προστρίβω, προσυντρίβω, προτρίβω, συγκατατρίβω, συνανατρίβω, συνδιατρίβω, συνεκτρίβω, συνεπιτρίβω, υποδιατρίβω, υποτρίβω
νεοελλ.
κατασυντρίβω, ξανατρίβω, ξετρίβω, ψιλοτρίβω].

Greek Monotonic

τρίβω: μέλ. τρίψω, αόρ. ἔτριψα, απαρ. τρῖψαι, παρακ. τέτρῐφα — Παθ., μέλ. τρῐβήσομαι και τετρίψομαι, αόρ. ἐτρίφθην, αόρ. βʹ ἐτρίβην [ῐ], παρακ. τέτριμμαι, Ιων. γʹ πληθ. τετρίφᾰται·
I. 1. τρίβω, δηλ. αλωνίζω το σιτάρι, σε Ομήρ. Ιλ.· μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, να περιστρέψει το μοχλό μέσα στο μάτι του, σε Ομήρ. Οδ.· χρυσὸν βασάνῳ τριβόμενον, να το τρίψεις έτσι ώστε να ελέγξεις την καθαρότητά του (πρβλ. παρατρίβω), σε Θέογν. — Μέσ., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε τρίβεσθαι μύσος, προστρίβω πάνω στα ιερά το μόλυσμά μου, τα μιαίνω, τα μολύνω, σε Αισχύλ.
2. τρίβω, μεταβάλλω σε σκόνη, κοπανίζω, ζυμώνω, σε Αριστοφ. κ.λπ.
3. συμπιέζω, συνθλίβω, συντρίβω, βότρυν, στον ίδ.
II. 1. φθείρω δια της τριβής, καταστρέφω ενδύματα — Παθ., λέγεται για οδό, την φθείρω με το πάτημα ή την εξομαλύνω, ἀτραπὸς τετριμμένη, στον ίδ.
2. λέγεται για χρόνο, κατατρίβω, διάγω, δαπανώ, Λατ. terere vitam, σε Σοφ., Ευρ.· απόλ., χάνω χρόνο, αναβάλλω, σε Αισχύλ.
3. ερημώνω χώρα, σε Ευρ.
III. μεταφ.,
1. λέγεται για πρόσωπα, φθείρω, καταστρέφω, αφανίζω, σε Ησίοδ.· Παθ., καταστρέφομαι, φθείρομαι, σε Ομήρ. Ιλ., Θουκ. — Μέσ., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν, λέγεται για εσωτερικὲς συγκρούσεις, στον ίδ. — Παθ., τριβόμενος λεώς, καταπιεζόμενος λαός, σε Ηρόδ.
2. λέγεται για χρήματα και περιουσία, κατασπαταλώ, διασκορπίζω, διασπαθίζω, στον ίδ.
3. μεταχειρίζομαι συνέχεια, σε Αριστοφ.
4. Παθ., ασχολούμαι πολύ με κάτι ή είμαι δοσμένος ολόψυχα σε κάτι, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

τρίβω: (ῑ) (fut. τρίψω, aor. ἔτριψα; pass.: fut. τρῐβήσομαι и τρίψομαι, aor. ἐτρίφθην, aor. 2 ἐτρίβην с ῐ, pf. τέτριμμαι - ион. 3 л. pl. τετρίφᾰται)
1) растирать, тж. толочь, молоть (κρῖ ἐν ἀλωῇ Hom.);
2) тереть, потирать, поглаживать (τὸ σκέλος τῇ χειρί Plat.): τριβόμενοι πρὸς ἀλλήλους (ὀδόντες) Arst. трущиеся друг о друга зубы; τετριμμένοι τὰ ἐπ᾽ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων Her. со ссадинами на левой стороне головы;
3) стирать, снашивать: τῶν ὑποδημάτων τὰ τριβόμενα или τετριμμένα Plut. изношенные места обуви;
4) утаптывать, (плотно) убивать (ἀτραπὸς τετριμμένη Arph.);
5) уничтожать (τὰ σκῆπτρά τινος Arph.);
6) потреблять, тж. расходовать, тратить (τι τῶν οἰκηΐων Her.);
7) разорять, опустошать (τὰ πεδία Θρῄκης Eur.);
8) (о времени и т. п.) проводить: δυστυχῆ τ. βίον Soph. влачить несчастное существование; βίον τ. γεωργικόν Arph. вести жизнь земледельца;
9) медлить, тянуть: τ. τὸν πόλεμον Polyb. затягивать войну; τριβόντων τούτων Dem. в то время как они медлят; οὔτοι ἐμοὶ σχολὴ πάρα τ. Aesch. некогда мне ждать;
10) изнурять, изводить, мучить (κακοῖσι Hom.; ἀλλήλους τινί Hes.): ὑπὸ δόξης τριβέντες Luc. томимые жаждой славы; τῶν στρατιωτῶν τετριμμένων Polyb. когда бойцы были измучены; τρίβεσθαι ἐπί τι Plut. тратить силы на что-л.;
11) приучать: τετριμμένος δι᾽ ὅπλων Plut. привыкший к оружию, закаленный в боях.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τρίβω [~ τείρω, τετραίνω, τρύω] perf. τέτριφα, 3 plur. Ion. τετρίφαται wrijven, fijn wrijven:; τριβέμεναι κρῖ om de gerst te dorsen Il. 20.496; τρίβειν τὸ σκέλος over zijn been wrijven Plat. Phaed. 60b; med.:; πλησίοισι τρίβεσθαι μύσος de besmetting van zich afwrijven op wie in de buurt is Aeschl. Eum. 195; μοχλὸν ἀείρας τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ de paal op te tillen en in het oog te draaien Od. 9.333; φάρμακον κατάπλαστον... τρίβειν een genezende zalf klaarmaken Aristoph. Pl. 717; kneden:; τρίβε πολλάς kneed een heleboel (broden)! Aristoph. Pax. 8; ook pass.: θυμιήματα τετριμμένα fijngewreven specerijen Hdt. 2.86.4. slijten, verslijten:; πόδας τρίβειν zijn voeten slijten Theocr. Id. 7.123; pass.:; φαίνονται τετριμμένοι τὰ ἐπ ’ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων zij vertonen schaafplekken aan de linkerkant van hun koppen Hdt. 2.93.3; ἀτραπὸς τετριμμένη uitgesleten pad Aristoph. Ran. 123; overdr.: (tijd) doorbrengen:; τρίβειν βίον zijn leven leiden Soph. El. 602; ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον πολύ je zult een veel moeilijker leven slijten Aristoph. Pl. 526; talmen, tijd verliezen:. οὔτοι θυραίαι τῇδέ μοι σχολὴ πάρα τρίβειν ik mag geen tijd verdoen met hier buiten te blijven Aeschl. Ag. 1056. uitputten, afmatten:; σκολιῇσι δίκῃσι ἀλλήλους τρίβουσι zij putten elkaar uit met kromme rechtspraak Hes. Op. 251; med.:; τρίβεσθαι πολέμῳ zich afmatten door oorlog Hdt. 3.134.2; μηδὲ τρίβεσθε κακοῖσι houdt op u af te matten in ellende Il. 23.735; pass.:; τριβομένῳ τῷ λεῷ voor het beproefde volk Hdt. 2.124.3; ptc. perf. pass. τετριμμένος doorkneed, ervaren:; τετριμμένος δι ’ ὅπλων gehard in de strijd Plut. Eum. 11.3; van zaken opmaken, plunderen:. οὔτε τι γὰρ τῶν οἰκηΐων τρίβουσι want zij spenderen niets uit eigen zak Hdt. 2.37.4; πεδία τρίβειν de vlakten plunderen Eur. Hec. 1142.

Middle Liddell


I. to rub: to rub or thresh corn, Il.; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῶι to work round the stake in his eye, Od.; χρυσὸν βασάνωι τρ. to rub it on a touchstone, so as to test its purity (cf. παρατρίβω), Theogn.:—Mid., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε τρίβεσθαι μύσος to rub one's pollution upon these shrines, pollute them with it, Aesch.
2. to rub down, grind, pound, Ar., etc.
3. to crush, βότρυν Ar.
II. to wear out by rubbing: Pass., of a road, to wear or tread it smooth, ἀτραπὸς τετριμμένη Ar.
2. of Time, to wear away, spend, Lat. terere vitam, Soph., Eur.:— absol. to waste time, tarry, Aesch.
3. to waste or ravage a country, Eur.
III. metaph.,
1. of persons, to wear out, Hes.: Pass. to be worn out, Il., Thuc.:—Mid., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν to wear itself out by internal struggles, Thuc.:—Pass., τριβόμενος ληός an oppressed people, Hdt.
2. of money and property, to waste, squander it, Hdt.
3. to use constantly, Ar.
4. Pass. to be much busied or engrossed with a thing, Hdt.

Frisk Etymology German

τρίβω: -ομαι
{tríbō}
Forms: Aor. τρῖψαι, -ασθαι (seit Il.), Fut. τρίψω, -ομαι (seit Od.), Pass. Aor. τριβῆναι, τριφθῆναι, Perf. τέτριμμαι (ion. att.), 3. pl. ion. τετρίφαται, Akt. τέτριφα (hell. u. sp.),
Grammar: v.
Meaning: ‘(zer)reiben, aufreiben, erschöpfen, verbrauchen, abnutzen’; Med. ‘sich mit etwas beschäftigen’.
Composita : sehr oft m. Präfix, z.B. ἀπο-, δια-, ἐκ-, ἐπι-, κατα-, συν-,
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. 1. τριβή (δια-, ἀπο- usw.) f. das Zerreiben, Abnutzung, Übung, Beschäftigung, Zeitvertreib, Aufschub (ion. att.); dazu mehrere Bildungen: 2. τρίβων, -ωνος m. (f.) a. ‘(abgenutzter) einfacher Mantel’ (att.) mit den Dentin. -ώνιον (att.), -ωνάριον (hell. u. sp.); -ωνικῶς wie ein abgenutzter Mantel (Ar. V. 1132 mit Anspielung auf Bed. b; Chantraine Études 99); b. ‘verschmitzt(er Mensch), geübt, kundig’ (Hdt., E., Kom. u.a.) mit -ωνεύομαι Bed. unklar (Antipho). 3. τριβάς f. unzüchtiges Weib (sp.). 4. -εύς m. Reiber, Masseur, Mörserkeule (hell. u. sp.). 5. -ακός abgerieben, verschlagen, geübt (hell. u. sp.; wohl zu τρίβων, Schwyzer 497). 6. -αξ m. f. verschmitzter Mensch (sp.; wie μεῖραξ u.a.). 7. -ικός auf Übung gegründet (sp.). 8. -ίδι(ο)ν H. als Erkl. von δ<ο>ῖδυξ. 9. -αία f. Mörser (Suid., Zonar.). 10. -ανον n. Bez. eines Hohlmaßes (Gal., Pap.), = λήκυθος H. — Weitere Ableitungen: 11. τρίβος f. m. abgetretener Weg, Pfad (Hdt., E., X. usw.), auch = τριβή Übung, Abnutzung (h. Merc., A. in lyr. u.a.), Reibung, Reibungsfläche (Hp.); vgl. Porzig Satzinhalte 318. 12. τρῖμμα sekund. -ί-) n. Geriebenes, Schabsel, Bruchstück (Hp., Inschr., Gal.), Trank aus geriebenen Gewürzen (Kom., Pap. u.a.), geriebener Mensch (Ar.); Demin. -μάτιον (Kom., Mediz.); oft von den präfigierten Verben, z.B. περίτριμμα abgefeimter Mensch (Ar., D.), Einreibung (Mediz.), ἐπίτριμμα Putz, Schminke (Joh. Chrys.; Cadiou REGr. 72, 110); τριμμός m. abgetretener Weg (X. u.a.), ἐπι-, συντριμμός ‘Auf- reibung’ (LXX). 13. τρῖψις (ἀνά-, ἔν-, σύν- u.a.) f. Reibung, Abnutzung, Massage (ion. att.). — Als Hinterglied: 14. -τριψ, z.B. ἀμφίτριψ durchtrieben, verschätzt (Archil.), οἰκότριψ Haussklave (Ar. u.a.), eher = ὁ οἶκον τρίβων als ὁ ἐν οἴκῳ τριβόμενος, somit trans. wie πορνότριψ, σκευότριψ, πεδότριψ u.a. (dagegen αἰγότριβες ἀτραποί von Ziegen abgetretene Pfade [D. H.]); anders, schwerlich richtig, Fraenkel Nom. ag. 2, 162. Mit Umbildung nach den σ-Stämmen: 15. -τριβής, z.B. ἐντριβής geübt erfahren, ἀτριβής ungerieben, ungebahnt, ungeübt, unbeschädigt (att.); daneben ἀτρίβαστος vom Pferd untrainiert (X. Eq. Mag. 8, 3 : Gegensatz οἱ τοὺς πόδας ἐκπεπονημένοι), wie von *τριβάζω (διατριβάζομαι Achmes Oneiro-krit.; vgl. E.Ekman Zu Xenophons Hipparchikos [Diss. Uppsala 1933] 78), wenn nicht analogisch nach den zahllosen Privativa auf -αστος. 16. Nach den α-Stämmen: -τρίβης, z.B. παιδοτρίβης, -ου m. = ὁ παῖδας τρίβων Turnmeister mit -ία, -ίη, -έω, -ικός (ion. att.). — Zu ἀλετρίβανος s. bes.
Etymology : Das ganze Formensystem ist auf dem langvokaligen Präsens τρί̄βω aufgebaut; dazu analogisch die kurzvokaligen τριβῆναι (nach ῥιφῆναι, τυπῆναι u.a.), τρίβος, -ή (: στίβος, στίχος u.a.) usw. — Ohne genaue außergriech. Entsprechung. Am nächsten kommen lateinische Formen wie Pf. trī- mit trī-tus, -trī-mentum usw. Toch. AB triw- sich vermischen (nicht zermalmen) weicht dagegen in der Bed. stark ab. Ein labialer Auslaut erscheint auch im Slav., z.B. ksl. trěbiti, russ. terebítь roden, reinigen, die aber auf idg. *terb(h)- zurückweisen und somit höchstens indirekt mit τρίβω zusammenhängen können; s. Vasmer s. téreb und W.-Hofmann s. terō. Lautlich und semantisch mehrdeutig ist heth. te-ri-ip-zi Aufdruck des Ackerbaus (neben ḫarš- aufreißen, beackern), s. τρέπω. —Weiteres s. τείρω, τετραίνω, τιτρώσκω, τρύω m. Lit.
Page 2,930-932