Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυφλίνης

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: τυφλίνης Medium diacritics: τυφλίνης Low diacritics: τυφλίνης Capitals: ΤΥΦΛΙΝΗΣ
Transliteration A: typhlínēs Transliteration B: typhlinēs Transliteration C: tyflinis Beta Code: tufli/nhs

English (LSJ)

or τυφλῖνος ὄφις, ὁ, a

   A blind snake, perh. Pseudopus pallasi, τυφλίναι ὄφεις Arist.HA567b25; -ίνοις ὄφεσιν ib. 604b25: called τυφλώψ in Nic.Th.492, Ael.NA8.13 (on the accent, v. Hdn.Gr.2.66); τυφλίας and τυφλών in Hsch. (unless these are errors for τυφλίνας, τυφλώψ); τυφλιης, τυφλίς, and τυφαις = caeciola, caecilia, ciccola, Gloss. (fort. τυφλίνης, τυφλίας) ; τυφλείας = caecula, ib.:—cf. κωφίας.    II τυφλῖνος, ὁ, a Nile fish, Marc.Sid.25, Hsch.; also τυφλίνης (τυφλῆνις, τυφλενες codd.) Artem.4.56; τύφλην (nom.) Ath.7.312b: Dim. τυφλινίδιον, τό, Xenocr. ap. Orib.2.58.152 (-φλην-codd.).

Greek (Liddell-Scott)

τυφλίνης: ἢ τυφλῖνος ὄφις, ὁ, εἶδος ὄφεως, μικρὸς ὄφις μὲ μικροτάτους ὀφθαλμούς, τυφλὸς νομιζόμενος, κοινῶς «τυφλίτης», Anguis fragilis, πρβλ. Λατ. caecilia, ἐκ τοῦ caecus, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 13, 9., 8. 24, 7· ὁ αὐτὸς ὄφις καλεῖται τυφλὼψ παρ’ Αἰλ. περὶ Ζ. 8. 13, Νικ. Θηρ. 492· τυφλίας καὶ τύφλων παρ’ Ἡσυχ. (ἂν μὴ ταῦτα θεωρηθῶσιν ἡμαρτημένως ἔχοντα ἀντὶ τῶν τυφλίνας, τυφλώψ)· - πρβλ. κωφίας. ΙΙ. τυφλίνης ἢ -ῖνος, ὁ, ἰχθύς τις τοῦ Νείλου, Μάρκελλ. Σιδ. 25. -Καθ’ Ἡσύχ., «τυφλῖνος· ἰχθὺς Νειλώιος, καὶ ὄφεως εἶδος»· -ὑποκορ. τυφλινίδιον, Ξενοκράτ. περὶ Ἐνύδρ. 37, ἔνθα ἴδε σημ. Κοραῆ 176, 181.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
sorte de serpent qu’on croyait aveugle.
Étymologie: τυφλός.

Greek Monolingual

(I)
ὁ, Α
(δ.τ.) βλ. τυφλίνος.
(II)
ὁ, Α
βλ. τυφλίνος.

Russian (Dvoretsky)

τυφλίνης: ου или τυφλῖνος ὁ слепыш (род неизвестной нам змеи) Arst.