Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φάμα Medium diacritics: φάμα Low diacritics: φάμα Capitals: ΦΑΜΑ
Transliteration A: pháma Transliteration B: phama Transliteration C: fama Beta Code: fa/ma

English (LSJ)

ἡ, Dor. for φήμη.

German (Pape)

[Seite 1254] ἡ, dor. = φήμη.

Greek (Liddell-Scott)

φάμα: ἡ, Δωρ. ἀντὶ φήμη.

French (Bailly abrégé)

dor. c. φήμη.

English (Slater)

φᾱμα (-α, -αν, -ας, -αι.)
   a voice “Ὄρσο, τέκνον, δεῦρο πάγκοινον ἐς χώραν ἴμεν φάμας ὄπισθεν” (O. 6.63) κελαδέοντι μὲν ἀμφὶ Κινύραν πολλάκις φᾶμαι Κυπρίων (P. 2.16)
   b report ὁ δ' ὄλβιος, ὃν φᾶμαι κατέχωντ ἀγαθαί (O. 7.10) ἔνθα ποθ' Ἁρμονίαν [φ]άμα Κάδμον ὑψη[λαῖ]ς πραπίδες[σι λαχεῖν (Π̆{S}: φαμεν Π.) Δ. 2. 27. add. gen., ἐκ λεχέων ἀνάγει φάμαν παλαιὰν εὐκλέων ἔργων reputation (I. 4.22)

Greek Monolingual

ἡ, Α
(δωρ. τ.) βλ. φήμη.

Greek Monotonic

φάμα: Δωρ. αντί φήμη.

Russian (Dvoretsky)

φάμᾱ: (φᾱ) ἡ дор. = φήμη.