Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλοκερδής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: φῐλοκερδής Medium diacritics: φιλοκερδής Low diacritics: φιλοκερδής Capitals: ΦΙΛΟΚΕΡΔΗΣ
Transliteration A: philokerdḗs Transliteration B: philokerdēs Transliteration C: filokerdis Beta Code: filokerdh/s

English (LSJ)

ές,

   A loving gain, greedy of gain, Thgn.199, Pi.I.2.6, Ar.Pl.591 (anap.), X.Oec.14.10, etc.; φιλοχρήματος καὶ φ. Pl.R.581a: τὸ φ., = φιλοκέρδεια, ib. 586d.

German (Pape)

[Seite 1280] ές, den Gewinn, Vortheil liebend, suchend, gewinnsüchtig; Theogn. 199; Μοῖσα Pind. I. 2, 6; Ar. Plut. 591; καὶ φιλοχρήματος Plat. Rep. IX, 581 a, u. öfter; Xen. u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

φῐλοκερδής: -ές, γεν. έος, ὁ ἀγαπῶν μετὰ πλεονεξίας τὸ κέρδος, ἄπληστος, Θέογν. 199, Πινδ. Ι. 2. 9, Ἀριστοφ. Πλ. 591, Ξεν., κλπ.· φ. καὶ φιλοχρήματος Πλάτ. Πολ. 581Α· τὸ ρ. = φιλοκέρδεια, αὐτόθι 586D.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
avide de gain ; τὸ φιλοκερδές l’amour du gain;
Sp. φιλοκερδέστατος.
Étymologie: φίλος, κέρδος.

English (Slater)

φῐλοκερδής
   1 avariciousΜοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6)

Greek Monolingual

-ές, ΝΑ
αυτός που επιζητεί το υλικό κέρδος, κερδοσκόπος
νεοελλ.
πλεονέκτης, άπληστος, φιλοχρήματος
αρχ.
(το ουσ. ως ουσ.) τὸ φιλοκερδές·η φιλοκέρδεια.
επίρρ...
φιλοκερδώς Ν
με φιλοκερδή, ιδιοτελή τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -κερδής (< κέρδος), πρβλ. αἰσχρο-κερδής].

Greek Monotonic

φῐλοκερδής: ές, (κέρδος), αυτός που αγαπά το κέρδος, σε Θέογν. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

φιλοκερδής: ищущий выгоды, жадный до наживы, корыстолюбивый Pind., Arph., Plat.

Middle Liddell

φῐλο-κερδής, ές κέρδος
greedy of gain, Theogn., etc.