Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰσχροκερδής

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: αἰσχροκερδής Medium diacritics: αἰσχροκερδής Low diacritics: αισχροκερδής Capitals: ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗΣ
Transliteration A: aischrokerdḗs Transliteration B: aischrokerdēs Transliteration C: aischrokerdis Beta Code: ai)sxrokerdh/s

English (LSJ)

ές,

   A sordidly greedy of gain, Hdt.1.187, E.Andr.451, And.4.32 (Sup.), cf. Pl.R.408c, Arist.EN1122a8, etc. Adv. -δῶς 1 Ep.Pet.5.2.

Greek (Liddell-Scott)

αἰσχροκερδής: -ές, αἰσχρῶς ὀρεγόμενος κέρδους, τὸ τοῦ Πλαύτου Turpi-lucri cupidus, πρῶτον παρ’ Ἡροδ. 1. 187, ἀκολούθως παρ’ Εὐρ. Ἀνδρ. 451, Πλάτ. Πολ. 408C, κτλ. ἴδε Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 4. 1, 43. - Ἐπίρρ. -δῶς, Ἐπιστ. Πέτρ. Α΄, ε΄, 2.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
cupide, avare.
Étymologie: αἰσχρός, κέρδος.

Spanish (DGE)

-ές
1 avaricioso, codicioso casi siempre de dinero, Hdt.1.187, E.Andr.451, And.4.32, Pl.R.408c, Arist.EN 1122a8, 1Ep.Ti.3.8, Aesop.101.9, Gp.2.44.2.
2 adv. -ῶς avariciosamente 1Ep.Petr.5.2.

English (Abbott-Smith)

English (Strong)

from αἰσχρός and kerdos (gain); sordid: given to (greedy of) filthy lucre.

English (Thayer)

(ές (αἰσχρός and κέρδος; cf. αἰσχροπαθής in Philo (de mere. meretr. § 4)), eager for base gain (greedy of filthy lucre): Rec., 8; Herodotus 1,187; Xenophon, Plato, others; (cf. turpilucricupidus, Plautus Trin. 1,2, 63).)

Greek Monolingual

-ές (Α αἰσχροκερδής)
νεοελλ.
αυτός που επιτυχαίνει αθέμιτα κέρδη
αρχ.
αυτός που επιζητεί αισχρά κέρδη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρὸς + -κερδής < κέρδος.
ΠΑΡ. αισχροκέρδεια, αισχροκερδώ].

Greek Monotonic

αἰσχροκερδής: -ές (κέρδος), αυτός που ορέγεται άπληστα το άνομο κέρδος, σε Ηρόδ., Ευρ.· επίρρ. -δῶς, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

αἰσχροκερδής: алчный, корыстолюбивый Her., Eur., Plat., Arst.

Middle Liddell

κέρδος
sordidly greedy of gain, Hdt., Eur.—adv. -δῶς, NTest.

Chinese

原文音譯:a„scrokerd»j 埃士赫羅-咳而得士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:卑鄙-獲利(者)
字義溯源:下賤的,意指:貪不義之財,貪可恥之財;由(αἰσχρός)=可恥的)與(κέρδος)*=獲利)組成;其中 (αἰσχρός)出自(αἰσχύνομαι)=感覺羞恥),而 (αἰσχύνομαι)出自(αἰσθητήριον)Y*=毀容)。不貪(不義之)財,乃是保羅囑咐提摩太和提多,作為選擇長老執事的條件。至於( 彼前5:2)所說作長老是出於樂意,不是出於貪財,用的(αἰσχροκερδῶς)=貪財)
出現次數:總共(2);提前(1);多(1)
譯字彙編
1) 貪可恥之財(1) 多1:7;
2) 貪不義之財(1) 提前3:8