Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμετρία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀμετρία Medium diacritics: ἀμετρία Low diacritics: αμετρία Capitals: ΑΜΕΤΡΙΑ
Transliteration A: ametría Transliteration B: ametria Transliteration C: ametria Beta Code: a)metri/a

English (LSJ)

ἡ,

   A excess, disproportion, opp. συμμετρία, Pl.Ti.87d, cf. R.486d, Heraclit.All.8, Alex.Aphr.Pr.1.112, etc.    b want of moderation, Arist.VV1251b15.    2 infinity, countless number, κακῶν Pl.Ax.367a (in pl.).

German (Pape)

[Seite 123] ἡ, Ueberschreitung des Maaßes, Uebermaaß, bei Plat., der συμμετρία, Tim. 87 d (wie Legg. X, 925 a τοῦ τῶν γάμων χρόνου, Unangemessenheit, vgl. Clit. 407 c ἡ ἐν τῷ ποδὶ πρὸς τὴν λύραν ἀμ.), u. ἐμμετρία, Rep. VI, 486 d, entgegengesetzt; Unmäßigkeit, ἡ τῶν γυναικῶν περὶ τὸν θρῆνον ἀμ. Luc. Luct. 18; γαστρός Plut.; unermeßliche Menge, Plat. Ax. 367 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμετρία: ἡ, (ἄμετρος) ὑπερβολή, ἀσυμμετρία, δυσαναλογία, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ συμμετρία, ἐμμετρία, Πλάτ. Τίμ. 89D, Πολ. 486D, κτλ. 2) τὸ ἄπειρον, ἀνυπολόγιστος ἀριθμός, ὁ αὐτ. Ἀξ. 367Α, κατὰ πληθ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
manque de mesure, excès.
Étymologie: ἄμετρος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Ep.14
I 1desmesura, exceso, desproporciónop. συμμετρία Pl.Sph.228c, Ti.87d, op. ἐμμετρία Pl.Phlb.52c, R.486d
c. gen. ἀμετρίη αὐτέης (sc. χολῆς) Hp.Ep.17 (p.356), ἡδονῶν Ph.1.235, ἐπιθυμιῶν καὶ πάντων Ph.1.439, ἑαυτῆς (κακίας) Hero Def.136.49, παρρησίας Plu.2.66d, ἀ. γαστρὸς καὶ κλοπαὶ πατρῴων χρημάτων excesos en el comer y robos del dinero paterno Plu.2.12b, ἀ. τοῦ θερμότητος Alex.Aphr.Pr.1.112, ἡ τῶν γυναικῶν περὶ τὸν θρῆνον ἀ. Luc.Luct.19
abs. Hp.Ep.14, Arist.VV 1251b15, Demetr.Eloc.4, Heraclit.All.8, Plu.2.6c, 1014e, Aret.CA 1.1.21, Alb.30.5
tb. exceso doctrinal, extravagancia causante de herejías τὴν ἀμφοτέρων ἀμετρίαν φεύγουσα Chrys.M.48.667.
2 infinitud, inmensidad κακῶν ἀμετρίαι innumerables miserias Pl.Ax.367a, τῶν ἐν μέτρῳ ἡ ἀ. ref. a Dios, Dion.Ar.DN M.3.588A.
3 inconveniencia, inoportunidad γάμου χρόνου συμμετρία τε καὶ ἀ. Pl.Lg.925a.
II 1desacuerdo rítmico ἐν τῷ ποδὶ πρὸς τὴν λύραν ἀ. Pl.Clit.407c.
2 faltas métricas, incorrección en el verso ἐνίων ἐπῶν Iust.Phil.Coh.Gr.M.6.309A.

Greek Monolingual

η (Α ἀμετρία) ἄμετρος
έλλειψη μέτρου, υπερβολή, δυσαναλογία, ασυμμετρία (αντίθ. του συμμετρία)
αρχ.
1. έλλειψη μέτρου ή μετριοπάθειας
2. άπειρο, αμέτρητο πλήθος.

Greek Monotonic

ἀμετρία: ἡ (ἄμετρος), υπερβολή, ασυμμετρία, δυσαναλογία, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμετρία:
1) несообразность, несоразмерность (τοῦ τῶν γάμων χρόνου Plat.): ἡ ἐν τῷ ποδὶ πρὸς τὴν λύραν ἀ. Plat. несоответствие между (отбиванием такта) ногой и лирой;
2) неумеренность, чрезмерность (τοῦ λόγου Plut.): ἀ. γαστρός Plut. обжорство; ἀ. περί τι Luc. неумеренность в чем-л.;
3) безмерность, бесчисленность (κακῶν ἀμετρίαι Plat.).

Middle Liddell

ἄμετρος
excess, disproportion, Plat., etc.