Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπνευστί

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπνευστί Medium diacritics: ἀπνευστί Low diacritics: απνευστί Capitals: ΑΠΝΕΥΣΤΙ
Transliteration A: apneustí Transliteration B: apneusti Transliteration C: apnefsti Beta Code: a)pneusti/

English (LSJ)

Adv. of ἄπνευστος, A without breathing, ζῆν Arist.Pr.898b24, Resp.475a23; ἀ. ἔχειν hold one's breath, Pl.Smp.185d; without drawing breath, Hp.Int.12; λόγους συνείρειν σαφῶς καὶ ἀ. D.18.308 (-τεί), cf. Thphr.Char.2.9; ἀ. ἕλκειν, ἐκπίνειν, Antiph.74.14, Alex.244.3; without breathing, i.e. lifeless, ἀ. κεῖσθαι Plu.2.642d; φεύγειν ἀ. breathlessly, Porph.Chr. 49.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 293] ohne Athem zu holen, in einem Zuge, συνείρει λόγους Dem. 328; ἕλκειν Antiphan. Ath. XI, 459 c u. Alex. ib. 502 b; προπίνειν Mel. 94 (V, 171); aber ἀπ. κεῖσθαι, entseelt, Plut. Symp. 2, 9.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπνευστί: ἐπίρρ. τοῦ ἄπνευστος, ἄνευ ἀναπνοῆς, ἔνια διὰ τοῦτο πολύν χρόνον δύνανται ἀπνευστί ζῆν Ἀριστ. Πρβλ. 10. 67, 1, περὶ Ἀναπν. 9. 6· ἀπν. ἔχειν, κρατεῖν τὴν ἀναπνοήν, Πλάτ. Συμπ. 185D: ἐν μιᾷ πνοῇ, λόγους συνείρειν σαφῶς καὶ ἀπν. Δημ. 328. 12· ἀπν. ἕλκειν, ἐκπίνειν Ἀντιφάν. ἐν «Γανυμήδει» 2. 14, Ἄλεξ. ἐν «Ὑποβολιμαίῳ» 1. 3. ΙΙ. ἄνευ πνοῆς, ἀπν. κεῖσθαι Πλούτ. 2. 642D.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 sans reprendre haleine;
2 sans souffle.
Étymologie: ἄπνευστος.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): -εί D.18.308 adv.
1 sin tomar aliento, sin respirar πιεῖν Hp.Int.12, SEG 27.571 (Cálcide), cf. Alex.244.3, Plu.2.650b, λόγους συνείρει ... ἀ. D.l.c., βοᾶν μέγα καὶ λέγειν ἀ. Plu.2.788d, φεύγειν Porph.Chr.49, cf. Thphr.Char.2.9, ἕλκειν Antiph.74.14
ἀ. ἔχειν contener la respiración Pl.Smp.185d.
2 sin necesidad de respirar ζῆν Arist.Pr.898b24, Iuu.475a23.
3 sin aliento, sin vida κεῖσθαι Plu.2.642d.

Greek Monolingual

ἀπνευστί) επίρρ.
με μιαν ανάσα, μονορούφι
αρχ.
χωρίς πνοή, χωρίς ανάσα.

Greek Monotonic

ἀπνευστί: επίρρ. του ἄπνευστος· ἀπνεύστως ἔχειν, κρατώ την αναπνοή μου, σε Πλάτ.· χωρίς αναπνοή, χωρίς ανάσα, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπνευστί: adv.
1) без дыхания, не дыша (ζῆν Arst.; κεῖσθαι Plut.): ἀ. ἔχειν Plat. задерживать дыхание;
2) не переводя дыхания (λόγους συνείρειν Dem.; προπίνειν τι Anth.).

Middle Liddell


Adv. of ἄπνευστος, ἀπ. ἔχειν to hold one's breath, Plat.; without drawing breath, Dem.

English (Woodhouse)

ἀπνευστί = in a breath

⇢ Look up "ἀπνευστί" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)