Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποδιώκω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀποδῐώκω Medium diacritics: ἀποδιώκω Low diacritics: αποδιώκω Capitals: ΑΠΟΔΙΩΚΩ
Transliteration A: apodiṓkō Transliteration B: apodiōkō Transliteration C: apodioko Beta Code: a)podiw/kw

English (LSJ)

fut. -διώξομαι,

   A chase away, Th.3.108, 6.102; ἀπὸ τῆς θηλείας Arist. HA614a16; οὐκ ἀποδιώξει σαυτὸν ἐκ τῆς οἰκίας; take yourself off, Ar. Nu.1296; τὸ λυποῦν ἀποδίωκε τοῦ βίου Men.410; intr., move, Olymp. in Mete.43.2:—Pass., to be ridden at full speed, of a horse, Aët.3.7.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποδιώκω: μέλλ. -διώξομαι: - διώκω, «διώχνω», Θουκ. 3. 108., 6. 102· ἀπό τινος Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 8, 9· οὐκ ἀποδιώξει σαυτὸν ἀπὸ τῆς οἰκίας; «δὲν θὰ κρημνισθῇς ἔξω; δὲν θὰ ξεκουμπισθῇς ἀπὸ τὸ σπίτι;» Ἀριστοφ. Νεφ. 1296· τὸ λυποῦν ἀποδίωκε τοῦ βίου Μένανδ. ἐν «Πλοκίῳ» 9.

French (Bailly abrégé)

chasser, repousser.
Étymologie: ἀπό, διώκω.

Spanish (DGE)

1 tr. alejar, echar, expulsar τὸ καθ' ἑαυτούς Th.3.108, τοὺς ἐκεῖ Th.6.102, σαυτόν Ar.Nu.1296, τοῦτον Arist.HA 614a16, τὸ λυποῦν Men.Fr.340, τὸ καρταῖπος ICr.1.8.5b4 (Cnoso III a.C.), τοὺς ἄλλους D.P.Au.1.5, τοὺς ὄρνεις D.P.Au.3.5, ἀπεδίωξαν (αὐτούς) ἀπὸ τοῦ τείχους Plb.1.43.6, πάντα πυρετόν POxy.1151.32 (V d.C.)
perseguir, acosar ἡμᾶς LXX La.3.43.
2 intr. moverse ἡ πύκνωσις ἐπὶ τὰ κάτω ἀποδιώκει Olymp.in Mete.43.2
en v. med. galopar εἰ δὲ ἀποδιώκοιτο ὁ ἵππος Aët.3.7.

Greek Monolingual

κ. -διώχνω (AM ἀποδιώκω)
διώχνω, απομακρύνω
νεοελλ.
1. διώχνω με εύσχημο τρόπο, ξεφορτώνομαι
2. εγκαταλείπω κάποιον, παύω να τον προστατεύω.

Greek Monotonic

ἀποδῐώκω: μέλ. -διώξομαι, διώχνω, καταδιώκω, σε Θουκ.· οὐκ ἀποδιώξει σαυτόν; δηλ. σήκω και φύγε, ξεκουμπίσου, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποδιώκω: прогонять, изгонять (τινά Thuc., Arst., Men.): ἀ. αὑτόν Arph. убираться прочь.

Middle Liddell


to chase away, Thuc.; οὐκ ἀποδιώξει σαυτόν; i. e. take yourself off, Ar.