Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διώκω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: διώκω Medium diacritics: διώκω Low diacritics: διώκω Capitals: ΔΙΩΚΩ
Transliteration A: diṓkō Transliteration B: diōkō Transliteration C: dioko Beta Code: diw/kw

English (LSJ)

Ep. inf. διωκέμεναι, -έμεν (v. infr.): fut.

   A -ξω Sapph.1.21, Pi.O.3.45, X.Cyr.6.3.13 (s. v. l.), An.1.4.8, D.38.16 codd.; but διώξομαι Ar.Eq.368 (and Elmsl. restored διώξει for -εις in Eq.969, Nu.1296, Th.1224), Pl.Tht.168a: aor. ἐδίωξα: aor. 2 ἐδιώκαθον (v. διωκάθω): pf. δεδίωχα Hyp.Lyc.16:—Med. (v. infr.):—Pass., fut. διωχθήσομαι D.S.19.95, Polyaen.2.13; but διώξομαι in pass. sense, LXXAm.2.16, D.H.3.20: aor. ἐδιώχθην Hdt.5.73, Antipho 2.1.3, 6, (ἐπ-, κατ-) Th.3.69, 3.4: pf. δεδίωγμαι Ev.Matt.5.10: (cf. ϝιώκω GDI3153 (Corinthian vase); v. δίω):—cause to run, set in quick motion, opp. φεύγω:    1 pursue, chase, in war or hunting, φεύγοντα διώκειν Il.22.199, etc.: abs., πεδίοιο διωκέμεν ἠδὲ φέβεσθαι 5.223, cf. Hdt.9.11:—Med., διώκεσθαί τινα πεδίοιο, δόμοιο, chase one over or across... Il.21.602, Od.18.8.    b c. acc. pers., of a lover, Sapph. l. c.; follow, X.HG1.1.13; τοὺς εὐγνώμονας Id.Mem.2.8.6; δ. καὶ φιλεῖν τινα Pl.Tht.168a, cf. Ev.Luc.17.23.    2 pursue an object, seek after, ἀκίχητα διώκειν Il.17.75; σὸν μόρον δ. S.Aj.997; τιμὰς δ. Th.2.63; ἡδονήν, τὸ ἀγαθὸν καὶ καλόν, Pl.Phdr.251a, Grg.480c; ἀλήθειαν ib.482e; δικαιοσύνην Ep.Rom.9.30; λαθραίαν Κύπριν Eub. 67.9: prov., τὰ πετόμενα δ. Arist.Metaph.1009b38; κατὰ σκοπὸν δ. Ep.Phil.3.14; of plants, δ. τοὺς ξηροὺς τόπους seek them, Thphr. HP1.4.2; δ. τὰ συμβάντα or τὸ συμβαῖνον follow or wait for the event, D.4.39, 10.21:—Med., διώκεσθαι τὸ πλέον ἔχειν D.H.1.87 (s. v. l.); μοῖρα διωξαμένη [αὐτούς] IG5(1).1355 (Messenia).    3 pursue an argument, τὴν ἐναντίωσιν Pl.R.454a; also, describe, ὕμνῳ ἀρετάς Pi.I.4(3).21; τὴν Ἡρακλέους παίδευσιν X.Mem.2.1.34; recite, λόγον PMag.Par.1.958, cf. 335 (Pass.).    II drive or chase away, διώκω οὔτιν' ἔγωγε I don't force any one away, Od.18.409; ἐκ γῆς Hdt.9.77; banish, Id.5.92.έ: metaph., διώκεις μ' ᾗ μάλιστ' ἐγὼ σφάλην you push or press me... E.Supp.156.    III of the wind, drive a ship, Od.5.332; of rowers, impel, speed on her way, ῥίμφα διώκοντες (sc. τὴν νῆα) 12.182; νηῦς ῥίμφα διωκομένη 13.162; Συριηγενὲς ἅρμα διώκων driving it, Orac. ap. Hdt.7.140, cf. A.Pers.84; ἄτρυτον δ. πόδα Id.Eu.403, cf. Th.371.    2 seemingly intr., drive, drive on, Il.23.344,424; gallop, run, etc., dub. in A.Th.91 (lyr.); ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον X.An.7.2.20; ἅμα διώκοντος on the march, Plu. Caes.17: c. acc. spatii, διώξας περὶ ὀκτακοσίους σταδίους Chares 17.    3 urge, impel, βέλος χερί Pi.I.8(7).35; φόρμιγγα πλάκτρῳ Id.N.5.24; esp. of music, δ. μοῦσαν Pratin.Lyr.5; δ. μέλος Simon. 29:—Pass., ὑφ' ἡδονῆς διώκομαι… σὺν τάχει μολεῖν S.El.871.    4 of work, urge on, carry forward, σκαφήτρους PFay.112.2 (i A. D.).    5 pf. part. Pass. δεδιωγμένος hurried, rapid, σφυγμοί Aret.SA2.8.    IV as law-term, prosecute, ὁ διώκων the prosecutor, opp. ὁ φεύγων, the defendant, Hdt.6.82 (pl.), A.Eu.583, etc.; ὁ διώκων τοῦ ψηφίσματος τὸ λέγειν... he who impeaches the clause in the decree... D.18.59; γραφὰς δ. Antipho 2.1.5; γραφὴν δ. τινά indict, D. 59.69; δ. εἰσαγγελίαν Hyp.Eux.9; δ. τινὰ περὶ θανάτου X.HG7.3.6: c. gen. criminis, accuse of... prosecute for... δ. τινὰ τυραννίδος Hdt. 6.104; δειλίας Ar.Eq.368; παρανόμων And.1.22, cf. διωκάθειν; ψευδομαρτυρίων D.29.13, etc.; δ. ἀπάτης εἵνεκεν Hdt.6.136; φόνον τινὸς δ. avenge another's murder, E.Or.1534 (anap.), cf. Arist.Pol.1269a2; δίκην δ. pursue one's rights at law, D.54.41; δίκας μὴ οὔσας δ. Lys. 32.2: c. acc. et inf., accuse one of doing, App.BC4.50:—Pass., ὁ διωκόμενος Antipho2.1.5; θανάτου ὑπό τινος -εσθαι X.Ap.21; with play on 1.1, Ar.Ach.698 sq.    V persecute, Ev.Jo.5.16, al.; δεδιωγμένοι ἕνεκα δικαιοσύνης Ev.Matt.5.10.

German (Pape)

[Seite 649] (δίω?), am gewöhnlichsten im praes. u. impf., fut . διώξω Pind. Ol. 3, 45 Ar. Th. 1224 Xen. Cyr. 6, 3, 13 An. 1, 4, 8 Dem. 38, 16 u. Sp.; sonst διώξομαι, wie Ar. Equ. 368 Plat. Theaet. 168 a Prot. 313 c Xen. Cyr. 4, 1, 19; – 1) in schnelle Bewegung setzen, Hom. Iliad. 8, 439 Ζεὺς Ἴδηθεν ἅρμα καὶ ἵππους Οὔλυμπόνδε δίωκε, Scholl. Aristonic. δ ίω κε: ἡ διπλῆ, ὅτι κυρίως διώκειν λέγεται, ὅταν προφεύγῃ τις· νῦν δὲ ἐπὶ τοῦ συντόνως ἐλαύνοντος. Hiernach betrachtete Aristarch die unten sub 2) aufgeführte Bedeutung »verfolgen« als die Grundbedeutung, und die hier sub 1) aufgeführte Bedeutung »in schnelle Bewegung setzen« als katachrestisch. Vgl. noch Scholl. Aristonic Iliad. 22, 158; Lehrs Aristarch. p. 150. Vom Wagenlenker, ohne Object, παρεξελάσῃσθα διώκων, intell. τοὺς ἵππους, Iliad. 23, 844; παρατρέψας ἔχε μώνυχας ἵππους ἐκτὸς ὁδοῦ, ὀλίγον δὲ παρακλίνας ἐδίωκεν Iliad. 23, 424. Aehnlich vom Kunstreiter Iliad. 15, 681 σεύας ἐκ πεδίοιο μέγα προτὶ ἄστυ διώκῃ, v. l. δίηται, s. Scholl. Vom Schiff, Odyss. 12, 182 αὐτοὶ δ' ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα ταπτον ἐρετμοῖς. ἀλλ' ὅτε τόσσον ἀπῆμεν ὅσον τε γέγωνε βοήσας, ῥίμφα διώκοντες, τὰς δ' οὐ λάθεν ὠκύαλος νηῦς ἐγγαθεν ὀρνυμένη; von der σχεδίη des Odysseus Od. 5, 332 ἄλλοτε μέν τε Νότος Βορέῃ προβάλεσκε φέρεσθαι, ἄλλοτε δ' αὖτ' Εὖρος Ζεφύρῳ εἴξασκε διώκειν; passiv., Odyss. 13, 162 ἡ δὲ μάλα σχεδὸν ἤλυθε ποντοπόρος νηῦς ῥίμφα διωκομένη. – Eben so die Folgenden: Aesch. vollständig Σύριον ἅρμα διώκειν Pers. 84; ἔνθεν διώκουσ' ἦλθον ἄτρυτον πόδα, den Fuß in Bewegung setzend, den Schritt beschleunigend; vgl. Spt. 353; Eur. διώκω τὸν ἐμὸν εἰς δόμους πόδα Or. 1344; absolut, ἐπὶ πόλιν διώκων, gegen die Stadt eilend, Aesch. Spt. 89, wie auch Xen. An. 7, 2, 20, absolut, ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον, sie eilten fort; δρόμῳ διώκειν 6, 3, 25; vom Reiter, dahersprengen, Plut. Eumen. 7 Alex. 6; fahren, Chares bei Ath. XIII, 575 e. – Gew. – 2) verfolgen, nachsetzen, von Hom. an, vom Kriege u. von der Jagd, überall; bei Homer mit der bestimmten Bedeutung, daß der Verfolgte weiß, er werde verfolgt, welche Bedeutung z. B. in ἐπιδραμεῖν fehlt. S. Iliad. 10, 354. 359 Scholl. Aristonic. zu beiden Stellen und Lehrs Aristarch. p. 132. Gegensatz διωκέμεν ἠδὲ φέβεσθαι Iliad. 5, 223; φεύγοντα διώκειν Iliad. 22, 199; φευγέμεναι und διώκειν Iliad. 10, 359; ὑποφεύγειν und διώκειν Iliad. 22, 200. Mit der Bedeutung »nachjagen«, »wonach trachten«, Iliad 17, 75 θέεις ἀκίχητα διώκων, ἵππους Αἰακίδαο δαΐφρονος, Unerreichbares zu erreichen suchen. Mit der Bedeutung »vertreiben«, »forttreiben«, Odyss. 18, 409, wo Telemachos zu den Freiern als zu seinen Gästen sagt ἀλλ' εὖ δαισάμενοι κατακείετε οἴκαδ' ἰόντες, ὁππότε θυμὸς ἄνωγε· διώκω δ' οὔ τιν' ἔγωγε. Im passiv., Iliad. 22, 168 φίλον ἄνδρα διωκόμενον περὶ τεῖχος ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι. Medium Homerisch in der Bedeutung des activ., Odyss. 18, 8 ὅς ῥ' ἐλθὼν Ὀδυσῆα διώκετο οἷο δόμοιο , er suchte ihn aus seinem Hause zu vertreiben, Scholl. παθητικὸν (d. h. Medium. s. Friedlaender Aristonic. p. 2) ἀντὶ τοῦ ἐνεργητικοῦ und διώκετο: ἐδίωκεν; lehrreich Iliad. 91, 601. 602, wo neben dem activisch gebrauchten Medium das Activ. in derselben Bedeutung steht: αὐτῷ γὰρ ἑκάεργος Ἀγήνορι πάντα ἐοικὼς ἔστη πρόσθε ποδῶν, ὁ δ' ἐπέσσυτο ποσσὶ διώκειν. ἕως ὁ τὸν πεδίοιο διώκετο πυροφόροιο κτἑ. – Folgende: Gegensatz φεαγειν Plat. Gorg. 507 b; ἔριν αἱματηράν Aesch. Ch. 467, u. ähnl.; nachjagen, wonach trachten, ἀρετάς Eur. Ion 440; τὰς τιμάς Thuc. 2, 63; τὴν ἡδονὴν ὡς ἀγαθὸν ὄν Plat. Prot. 354 c u. öfter; τὴν ἀλήθειαν Gorg. 482 e; τὸ ἀγαθὸν καὶ καλόν 480 c. So im med., τὸ πλέον ἔχειν D. Hal. 1, 87; u. pass., ὑφ' ἡδονῆς διώκομαι Soph. El. 859; – τινά, jemandem nachfolgen, ihm anhangen, καὶ φιλεῖν Plat. Theaet. 168 a; vgl. Xen. Mem. 2, 8, 6. 4, 4, 24. Auch von leblosen Dingen, φυτὰ διώκοντα τοὺς ξηροὺς τόπους Theophr., d. i. lieben. – Aehnl. wie persequor, λόγον, eine Untersuchung verfolgen, Plat. Soph. 251 a; vgl. Rep. V, 454 a; τὴν ὑπ' ἀρετῆς Ἡρακλέους παίδευσιν Xen Mem. 2, 1, 34; auseinandersetzen, ἀοιδήν Coluth. 110; – τὰ συμβαίνοντα Dem. 4, 39. 10, 21, immer nur sich durch die Ereignisse in seinen Plänen leiten lassen. – Vertreiben, τινὰ ἐκ τῆς γῆς Herodot. 9, 77. – 3) In athenischer Gerichtssprache, Einen gerichtlich verfolgen, verklagen, Ggstz φεαγειν Plat. Euthyphr. 3 e; Oratt. oft; ὁ δ ώκων, der Kläger, Aesch. Eum. 558 u. A.; διώκειν τινὰ τυραννίδος Her. 6, 104, u. sonst; τῆς ἀπάτης εἵνεκεν 6, 136; τινὰ περὶ θανάτου Xen. Hell. 7, 3, 6; περὶ ὧν διώκομεν Dem. 18, 9. Auch γραφάς, δίκην, Antiph. 2, 5; Dem. 54, 41; ἣν (γραφήν) ἐδίωκε Στέφανον 59, 69; φόνον διώκειν, d. i. den Mord rächen, Eur. Or. 1554. – Pass. διώκομαι, angeklagt werden, gew. φεαγειν. – Adj. verb., διωκτέοι εἰσί Her. 9, 58; διωκτός, Vertriebener, Soph. bei Poll. 9. 158; dem man nachtrachten muß, Chrysipp. bei Ath. I, 8 d; Arist. Eth. 1, 5.

Greek (Liddell-Scott)

διώκω: ἐπ. ἀπαρ. διωκέμεναι, -έμεν, μέλλ. -ξω, Πίνδ. Ο. 3, ἐν τέλ., Ξεν. Κύρ. 6. 3, 13, Ἀν. 1. 4, 8. Δημ. 989. 11· μέλλ. διώξομαι Ἀριστοφ. Ἱππ. 368, Ἀχ. 278 (καὶ ὁ Ἐλμσλ. διορθοῖ διώξει ἀντὶ -εις ἐν Ἱππ. 969, Νεφ. 1296, Θεσμ. 1224), Πλάτ. Θεαιτ. 168Α· ἀόρ. ἐδίωξα· ἀόρ. βʹ ἐδιώκαθον (ἴδε διωκάθω)· πρκμ. δεδίωχα Ὑπερείδ. Λυκ. 13. ‒ Μέσ. (ἴδε κατωτ.) ‒ Παθ., μέλλ. διωχθήσομαι Διόδ. 19. 95· ἀλλὰ διώξομαι μετὰ παθ. σημασ., Διον. Ἁλ. 3. 20· ἀόρ. ἐδιώχθην, Ἀντιφῶν (ἐπ-, κατ-), Θουκ.· πρκμ. δεδίωγμαι Ν. Δ. (Ἡ √ΔΙΩΚ πιθανῶς ἐγένετο κατ᾿ ἐπέκτασιν ἐκ τῆς √ΔΙ (ἴδε δίω), πρβλ. ἰωκή, διάκονος, διάκτωρ καὶ ἴδε Κούρτ. σ. 608.) Κάμνω τινὰ νὰ τρέχῃ, θέτω τι εἰς ταχεῖαν κίνησιν, ἀντίθ. φεύγω: 1) καταδιώκω τινὰ μὲ σκοπὸν νὰ τὸν συλλάβω, κυνηγῶ, θηρεύω, ἐπὶ θήρας καὶ πολέμου, Ἰλ., κτλ.· φεύγοντα διώκειν Χ. 199· ἀπολ., πεδίοιο... διωκέμεν ἠδὲ φέβεσθαι Ε. 223, πρβλ. Ἡρόδ. 9. 11· ‒ οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, διώκεσθαί τινα πεδίοιο, διὰ τῆς πεδιάδος, δόμοιο, ἐκδιώκω ἐκ τῆς οἰκίας…, Ἰλ. Φ. 602, Ὀδ. Σ. 8. β) εἶμαι ὀπαδός τινος, ἀκολουθῶ τινι, Λατ. sectari, Ξεν. Ἀπομν. 2. 8. 6, Πλάτ. Θεαιτ. 168Α. 2) ἐπιδιώκω τι, προσπαθῶ νὰ ἐπιτύχω τι, ἀκίχητα διώκειν Ὀδ. Ρ. 75· συχν. παρ᾿ Ἀττ., σὸν μόρον δ., Σοφ. Αἴ. 997· τιμὰς δ. Θουκ. 2, 63· ἡδονήν, τὰ καλὰ Πλάτ. Φαίδρ. 251Α, Γοργ. 480C. κτλ.· λαθραίαν Κύπριν Εὔβουλ. Νανν. 1. 8· παροιμ., τὰ πετόμενα δ. Ἀριστ. Μεταφ. 3. 5, 15· ‒ ἐπὶ φυτῶν, δ. τοὺς ξηροὺς τόπους, ἐπιζητοῦσι, προτιμῶσιν αὐτούς, Θεόγρ. Ἱ. Φ. 1. 4, 2· ‒ δ. τὰ συμβάντα, περιμένω νὰ συμβῇ τι ὅπως ὁδηγηθῶ, ἀκολουθῶ τὸ συμβάν, Δημ. 51. 20., 137. 4, κτλ.· ‒ ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, διώκεσθαι τὸ πλέον ἔχειν Διον. Ἁλ. 1, 87· μοῖρα διωξαμένη [αὐτοὺς] Ἐπιγράμμ. Ἑλλην. 478. 4. 3) μετέρχομαι τῷ λόγῳ, Πλάτ. Σοφ. 251Α· ὡσαύτως, περιγράφω, ἐξιστορῶ, Λατ. persequi, ὕμνῳ ἀρετὰς Πίνδ. Ι. 4. 6 (3. 20)· τὴν παίδευσιν Ξεν. Ἀπομν. 2. 1. 34. ΙΙ. ἀπελαύνω, ἀποδιώκω, διώκω δ᾿ οὔ τιν᾿ ἐγώ γε Ὀδ. Σ. 409· ἐκ γῆς Ἡρόδ. 9. 77· καὶ ἀπολ., ἐξορίζω, ὁ αὐτ. 5. 92, 5· ‒ μεταφ., διώκεις μ᾿ ᾗ μάλιστ᾿ ἐγὼ ᾿σφάλην, μὲ στενοχωρεῖς, ὅπου.., Εὐρ. Ἱκέτ. 156. ΙΙΙ. ἐπὶ τοῦ ἀνέμου, παρασύρω πλοῖον, Ὀδ. Ε. 332· ἐπὶ κωπηλατῶν, ὠθῶ, ἐλαύνω, ῥίμφα διώκοντες (ἐνν. τὴν νῆα) Μ. 182· καὶ ἐν τῷ παθ., νηῦς ῥίμφα διωκομένη Ν. 162· οὕτως ἐπὶ ἅρματος, Συριηγενὲς ἅρμα διώκων, ὁδηγῶν, Χρησμ. παρ᾿ Ἡροδ. 7. 140, πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 84· ἄτρυτον δ. πόδα Αἰσχύλ. Εὐμ. 403, πρβλ. Θήβ. 371. 2) κατὰ τὸ φαινόμενον ἀμετάβ., ἐλαύνω, προχωρῶ, Ἰλ. Ψ. 344. 424· σπεύδω, τρέχω, κτλ., Αἰσχύλ. Θήβ. 91· ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον Ξεν. Ἀν. 7. 2, 20. 3) ὠθῶ, θέτω εἰς κίνησιν, βέλος χερί, ῥίπτω, Πίνδ. Ι. 8 (7). 73· φόρμιγγα πλάκτρῳ, πλήττω, ὁ αὐτ. Ν. 5. 44· δ. μέλος Σιμων. 36. ‒ Παθ., ὑφ᾿ ἡδονῆς διώκομαι... σὺν τάχει μολεῖν Σοφ. Ἠλ. 871. IV. ὡς δικανικὸς ὅρος, καταδιώκω, εἰσάγω καταγγελίαν κατά τινος, ὁ διώκων, ὁ κατήγορος (ἀντίθ. ὁ φεύγων, ὁ κατηγορούμενος), Ἡρόδ. 6. 82, Αἰσχύλ. Εὐμ. 583, κτλ.· ὁ διώκων τοῦ ψηφίσματος, ὁ ψέγων καὶ καταγγέλων τὰς λέξεις τοῦ ψηφ., κτλ., Δημ. 245. 1· ‒ γραφὴν δ. [τινά], καταγγέλω τινά, Ἀντιφ. 115. 24, Δημ. 1368. 8· δ. εἰσαγγελίαν Ὑπερείδ. Εὐξεν. 24· μετὰ γεν. τῆς ποινῆς, θανάτου ἢ περὶ θανάτου δ. τινά, Λατ. capitis accusare, Ξεν. Ἀπολ. 21. Ἑλλ. 7. 3, 6· ἀλλὰ μετὰ γεν. τοῦ ἐγκλήματος, κατηγορῶ τινος διὰ…, καταδιώκω διὰ…, δ. τινὰ τυρρανίδος Ἡρόδ. 6. 104· δειλίας Ἀριστοφ. Ἱππ. 368· παρανόμων Ἀνδοκ. 4. 10· φόνου Πλάτ. Εὐθύφρ. 15D· ψευδομαρτυριῶν Δημ. 848. 17, κτλ.· ὡσαύτως, δ. ἀπάτης εἵνεκεν Ἡρόδ. 6. 136 περί τινος Δημ. 228. 6· ἀλλά, φόνον τινὸς δ., ἐκδικοῦμαι διὰ τὸν φόνον ἄλλου τινός, Εὐρ. Ὀρ. 1534, Ἀριστ. Πολ. 2. 8, 20· ‒ δίκην δ., ἐπιδιώκω τὰ δίκαιά μου ἐνώπιον δικαστηρίου, Λυσ. 208, Δημ. 1270. 3· ἴδε ἐν λ. δίκη ἐν τέλ.· ‒ μετ᾿ αἰτ. καὶ ἀπαρέμφ., κατηγορῶ τινα ὅτι…, Ἀππ. Ἐμφύλ. 4. 50. ‒ Παθ., ὁ διωκόμενος Ἀντιφῶν 115. 22· καὶ ἐν Ἀριστοφ. Ἀχ. 698 κἑξ. ὑπάρχει λογοπαίγνιον μεταξὺ τῶν δύο σημασιῶν, τοῦ διώκεσθαι, δηλ. καταδιώκεσθαι ὑπ᾿ ἐχθροῦ, καὶ τοῦ κατηγορεῖσθαι ἐν δικαστηρίῳ. V. βραδύτερον παρὰ μεταγεν., ὡς τὸ ἕπομαι, ὑπηρετῶ τινι, ἰδίως ἐν ταξειδίῳ, Θωμ. Μ. σ. 244.

French (Bailly abrégé)

f. διώξω ou διώξομαι, ao. ἐδίωξα, pf. δεδίωχα;
Pass. ao. ἐδιώχθην, pf. δεδίωγμαι;
I. faire mouvoir rapidement : νηῦς ῥίμφα διωκομένη OD vaisseau lancé avec vitesse ; ἅρμα διώκειν ESCHL lancer un char ; διώκειν πόδα ESCHL précipiter sa marche ; -- Pass. être poussé vivement ; fig. διώκομαι μολεῖν SOPH je suis poussée avenir ; intr. en apparence (s.e. ἵππον, νῆα, etc.) s’élancer;
II. poursuivre :
1 se mettre à la poursuite de, acc. ; δ. πεδίοιο IL poursuivre à travers la plaine;
2 presser, contraindre, violenter ; chasser, acc.;
3 t. de droit poursuivre, accuser devant les tribunaux : ὁ διώκων, le poursuivant, le demandeur, p. opp. à ὁ φεύγων, l’accusé, le défendeur ; δ. τινά τινος, accuser qqn de qch;
4 s’attacher à, rechercher, poursuivre (les honneurs, le plaisir, la vérité, etc.) : δ. τινά, s’attacher à qqn (ami, maître, etc.);
5 continuer sans interruption, poursuivre (sa route);
Moy. διώκομαι;
1 poursuivre : τινα πεδίοιο IL qqn à travers la plaine;
2 chasser : δόμοιο OD d’une maison.
Étymologie: DELG cf. δίεμαι.

English (Autenrieth)

trans., pursue, chase, drive, intr., speed, gallop; ἅρμα καὶ ἵππους | Ου<<><>>λυμπόνδε δίωκε, Il. 8.439; pass., νηῦς ῥίμφα διωκομένη, ‘sped,’ Od. 13.162; mid. trans., Il. 21.602, Od. 18.8; act. intr. often.

English (Slater)

δῐώκω (δίωκε impv.; -ων; -ειν: fut. διώξω, -ει.)
   1 pursue αὐτίκα γὰρ ἦλθε Λήδας παῖς διώκων (N. 10.66) met. try to capture, attain ὦ Μέλισσ, εὐμαχανίαν γὰρ ἔφανας Ἰσθμίοις ὑμετέρας ἀρετὰς ὕμνῳ διώκειν (I. 4.3) ἀγαπᾶται μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων, μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71) τερπνὸν ἐφάμερον διώκων ἕκαλος ἔπειμι γῆρας ἔς τε τὸν μόρσιμον αἰῶνα (I. 7.40) μὴ πρεσβυτέραν ἀριθμοῦ δίωκε, θυμέ, πρᾶξιν fr. 127. 4. οὐ μιν διώξω (O. 3.45)
   2 speed, drive cf. διώξιππος ὃς κεραυνοῦ τε κρέσσον ἄλλο βέλος διώξει χερὶ τριόδοντός τ' ἀμαιμακέτου (I. 8.35) Ἄβδηρε [σέθ]εν Ἰάονι τόνδε λαῷ [παι]ᾶνα [δι]ώξω Δηρηνὸν Ἀπόλλωνα πάρ τ' Ἀφρο[δίταν (a metaphor derived from the chariot of song) (Pae. 2.4)
   3
   a of playing a stringed instrument, run over φόρμιγγ' Ἀπόλλων ἐπτάγλωσσον χρυσέῳ πλάκτρῳ διώκων ἁγεῖτο παντοίων νόμων (διώκειν δέ φησιν αὐτόν, τὸ τάχος ἐμφῆναι βουλόμενος τῆς πλήξεως. Σ) (N. 5.24)
   b run through a song Πελασγὸν ἵππον ἢ κύνα Ἀμυκλάιαν μιμέο καμπύλον μέλος διώκων (an allusion to the chariot of song, v. (Pae. 2.4) supra, and καμπύλον δίφρον 1. 4. 29; here of the hyporchema) *fr. 107a. 3*.

Spanish (DGE)

• Morfología: [ép. pres. inf. διωκέμεν Il.5.223, Opp.C.4.45, διωκέμεναι Od.15.278]
A intr. moverse rápidamente εἰ γάρ κ' ἐν νύσσῃ γε παρεξελάσῃσθα διώκων Il.23.344, ῥίμφα διώκοντες Od.12.182, ὁ λεύκασπις ... λαὸς εὐπρεπὴς ... διώκων A.Th.91, ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον X.An.7.2.20, ἅμα διώκοντος en la marcha Plu.Caes.17, c. ac. adv. ὀρθὴν ἄνω δίωκε sube recto Ar.Th.1223, διώξας περὶ ὀκτακοσίους σταδίους Chares 5, habla un río πελάγει δ' ἴσα μέτρα διώκω me muevo en la misma medida que el mar, e.e., me extiendo tanto como el mar, AP 9.707 (Tull.Gem.)
fig. κατὰ σκοπὸν διώκω εἰς τὸ βραβεῖον Ep.Phil.3.14
en v. med. mismo sent. σφυγμοὶ δεδιωγμένοι pulsos rápidos Aret.SA 2.8.5.
B tr.
I 1perseguir c. ac. de pers. o anim. φεύγοντα Il.22.199, πολλοὺς μὲν Κορινθίων Hdt.5.92ε, Σμικύθην Ar.Eq.969, cf. An.1.4.8, LXX 1Ma.4.9, Δηίφοβον Triph.626, Ἁδρυάδας por Dioniso, Nonn.D.32.144, a anim. esp. en la caza νεβρούς Call.Dian.94, ὁ λύκος τὰν αἶγα διώκει Theoc.10.30, c. el ac. sobreentendido, Luc.DDeor.23.2, ποδωκέα πάντα γένεθλα Opp.l.c., cf. Q.S.2.548, en v. pas. τὰ ... ἐπίστια τὰ διωχθέντα ὑπὸ Κλεομένεος Hdt.5.73, cf. Opp.H.1.490, D.H.3.20, D.S.19.95, Polyaen.2.13
c. ac. de pers. y compl. de lugar τούτους ἐδίωκον μέχρι Θεσσαλίης Hdt.9.77, tb. en v. med. τὸν πεδίοιο διώκετο le perseguía por la llanura, Il.21.602, c. ac. adv. τὴν ταχίστην διώκοντες persiguiendo a toda prisa Hdt.9.11, en v. med. mismo sent. Ναΐδων τις ... πολλὰ διώξεται A.Fr.204b.5
abs. perseguir, emprender o seguir la persecución de caballos διωκέμεν ἠδὲ φέβεσθαι Il.l.c., ὀλίγον δὲ παρακλίνας ἐδίωκεν Il.23.424, διωκέμεναι γὰρ ὀΐω Od.l.c., Μαραθῶνι ... ἐδιώκομεν, νῦν δ' ὑπὸ ἀνδρῶν πονηρῶν σφόδρα διωκόμεθα en Maratón perseguíamos, ahora somos acosados por hombres viles Ar.Ach.698 (cf. I 2), διώξῃς δὲ μηδαμῇ εἰς ἀφανές pero de ninguna manera emprendas una persecución fuera del alcance de la vista X.Cyr.6.3.13, παρήγγειλε διώκειν Luc.VH 2.26, μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε Eu.Luc.17.23, γαίηθεν ἀναΐξας ἐδίωκον Orph.L.111
en sent. amoroso αἰ φεύγει, ταχέως διώξει Sapph.1.21.
2 fig., c. ac. de pers. acosar, molestar, importunar οὔ νιν διώξω Pi.O.3.45, αἰθέριον μὲν γάρ σφε μένος πόντονδε διώκει Emp.B 115.9, διώκεις μ' ᾗ μάλιστ' ἐγὼ 'σφάλην me acosas por donde más me equivoqué E.Supp.156, τοὺς ἁλιεῖς BGU 1035.5 (V d.C.), τοὺς ἄλλους POxy.940.3 (V d.C.), en v. pas. Ar.Ach.698 (cf. I 1)
en lit. crist. perseguir por motivos relig. ἐδίωκον οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν Eu.Io.5.16, en v. pas. μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης Eu.Matt.5.10, ἐδιώχθη ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου de Cristo, Ign.Tr.9.1, ἀγαπῶσι πάντας, καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται de los cristianos Ep.Diog.5.11, cf. 1Ep.Clem.5.2
tb. en v. med. σὲ μὲν διώξονται καὶ φιλήσουσιν Pl.Tht.168a, μοῖρα διωξαμένη Θειοφάνην IG 5(1).1355.4 (Mesenia II d.C.).
3 fig., c. ac. de abstr. perseguir, buscar ἀκίχητα διώκων Il.17.75, ἀνέτοιμα διώκει persigue cosas inalcanzables Hes.Fr.61, ὑμετέρας ἀρετὰς ὕμνῳ διώκειν perseguir vuestras glorias con un himno Pi.I.3/4.21, τοὺς πόνους Democr.B 157, ἄνθρωποι τὸν θάνατον φεύγοντες διώκουσιν Democr.B 203, τὸν σὸν ... μόρον S.Ai.997, λαθραίαν Κύπριν ... διώκειν buscar un amor clandestino Eub.67.9, πτηνὰς ... διώκεις τὰς ἐλπίδας persigues fugaces esperanzas E.Fr.271, τὰς τιμάς Th.2.63, ἡδονήν Pl.Phdr.250e, τὸ ἀγαθὸν καὶ καλόν Pl.Grg.480c, cf. Grg.482e, διώκειν τοῦ λεχθέντος τὴν ἐναντίωσιν perseguir la manera de contradecir lo expuesto Pl.R.454a, τὸ γὰρ τὰ πετόμενα διώκειν τὸ ζητεῖν ἂν εἴη τὴν ἀλήθειαν prov. en Arist.Metaph.1009b38, ἔθνη τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην Ep.Rom.9.30
tb. c. ac. de concr., de plantas διώκοντα τοὺς ξηροὺς τόπους Thphr.HP 1.4.2.
4 seguir, ir detrás de c. ac. de pers. αὐτόν X.HG 1.1.13, χρὴ ... τοὺς εὐγνώμονας διώκειν X.Mem.2.8.6, c. ac. de abstr. τὸ συμβαῖνον ἀεὶ διώκετε siempre vais a la zaga de los acontecimientos D.15.21, cf. 4.39.
II jur. perseguir judicialmente, procesar c. ac. de pers. οὐδ' ἕτερον δεδίωχα Hyp.Lyc.16, en v. pas. ἕως ἂν διωχθῇ hasta que sea procesado Antipho 2.1.3, cf. 2.1.6
c. ac. de pers. y gen. acusar de, perseguir judicialmente por αὐτὸν ... τυραννίδος Hdt.6.104, Σπεύσιππον ... τῶν παρανόμων And.Myst.22, c. ac. de pers. e inf. ἐδίωκε δὲ καὶ τὴν μητέρα τῷ παιδὶ συνεγνωκέναι también perseguía judicialmente a la madre por ser cómplice de su hijo App.BC 4.50, sólo c. gen. del delito δ. κακηγορίας Lys.10.31, ψευδομαρτυρίων D.29.13
tb. en v. med. διώξομαί σε δειλίας Ar.Eq.368
c. ac. de pers. y θανάτου o περὶ θανάτου perseguir a muerte, e.e., solicitar la pena de muerte θανάτου ... Μιλτιάδεα ἐδίωκε τῆς Ἀθηναίων ἀπάτης εἵνεκεν Hdt.6.136, cf. Gorg.B 11a.24, X.HG 7.3.6
en v. pas. ser condenado a muerte ἐμὲ ... θανάτου ὑπὸ σοῦ διώκεσθαι de Sócrates, X.Ap.21
c. ac. de términos jur. τὴν γραφὴν δ. incoar un proceso público Antipho 2.1.5, D.59.69, δίκας ... μὴ οὖσας διώκειν recurrir las sentencias en ausencia Lys.32.2, cf. D.54.41, εἰσαγγελίαν διώκων incoando una acusación Hyp.Eux.9
c. gen. partit. de término jur. denunciar ὁ γὰρ διώκων τοῦ ψηφίσματος τὸ λέγειν καὶ πράττειν τὰ ἀριστά με el que denuncia en el decreto (la cláusula que dice) que yo hablo y actúo de la mejor manera D.18.59
abs. litigar, presentar una querella μετὰ δὲ τὴν κατωμοσίην ἐδίωκε Hdt.6.65, cf. D.38.16
part. pres. subst. ὁ διώκων el acusador, el demandante A.Eu.583, Lys.10.11, 12, en plu. Hdt.6.82
en v. pas. ὁ διωκόμενος el acusado, el demandado Antipho 2.1.5
fig. c. φόνον y gen. de pers. vengar la muerte de τὸν Ἑλένης φόνον διώκων E.Or.1534, ὁ διώκων τὸν φόνον τῶν αὑτοῦ συγγενῶν Arist.Pol.1269a2.
III c. idea de rechazo
1 c. ac. de pers. echar, expulsar διώκω δ' οὔ τιν' ἐγώ γε habla Telémaco pues yo no echo a nadie, Od.18.409, y compl. de lugar ‘de donde’ τοὺς ἡγεμόνας τῆς στρατιῆς ... ἐκ τῆς γῆς Hdt.9.77, τοῦ παλατίου εὐνούχους Theod.Lect.Epit.124, en v. pas. Μακεδόνιος τῆς ἐκκλησίας διωχθείς Theod.Lect.Epit.115, cf. 557
en v. med. mismo sent. Ὀδυσῆα ... οἷο δόμοιο Od.18.8.
2 c. ac. de cosa rechazar δωρατὰ φίλτρα Anacreont.51.5.
IV c. idea de mov., c. ac. de cosa
1 conducir, mover, impulsar, poner en movimiento Ἄρης, Συριηγενὲς ἅρμα διώκων Orác. en Hdt.7.140, Σύριον θ' ἅρμα A.Pers.84, χὤταν ... νότος ὑγρὰ διώκῃ κύματα cuando el noto impulse húmedas olas Theoc.7.53, en v. pas. νηῦς ῥίμφα διωκομένη Od.13.162
c. ac. de partes del cuerpo ἄτρυτον πόδα A.Eu.403, πομπίμους χνόας ποδῶν A.Th.371, τὸν ἐμὸν ἐς δόμους πόδα E.Or.1344, βλέφαρον E.Io 205
c. ac. de cosa y dat. instrum. βέλος διώξει χερί Pi.I.8.35, φόρμιγγ' ... πλάκτρῳ διώκων pulsando la forminge con un plectro Pi.N.5.24
abs. Εὔρος Ζεφύρῳ εἴξασκε διώκειν Od.5.332
fig. impulsar, llevar adelante διῶξαι τοὺς σκαφήτρους τῶν ἐλαιώνον (sic) llevar adelante el cavado de los olivares, PFay.112.2 (I d.C.)
en v. pas. fig. ὑφ' ἡδονῆς ... διώκομαι ... σὺν τάχει μολεῖν la alegría me mueve a venir muy deprisa S.El.871.
2 c. ac. de términos musicales entonar τόνδε ... [παι] ᾶνα Pi.Fr.52b.4, καμπύλον μέλος Pi.Fr.107a.3, μήτε σύντονον δίωκε μήτε τὰν ἀνειμέναν μοῦσαν Pratin.6.
3 c. ac. de argumentos y escritos proseguir, narrar, recitar οὕτω πως διώκει Πρόδικος τὴν ὑπ' Ἀρετῆς Ἡρακλέους παίδευσιν así narra Pródico la educación de Heracles por Virtud X.Mem.2.1.34, δίωκε τὸν λόγον recita la fórmula, PMag.7.226, cf. PMag.5.422.

• Etimología: Rel. δίεμαι, como Ϝιώκω c. Ϝίεμαι, c. vocalismo ω oscuro, ¿quizá contaminación c. ὠκύς?

English (Strong)

a prolonged (and causative) form of a primary verb dio (to flee; compare the base of δειλός and διάκονος); to pursue (literally or figuratively); by implication, to persecute: ensue, follow (after), given to, (suffer) persecute(-ion), press forward.

English (Thayer)

imperfect ἐδίωκον; future διώξω (διώξομαι, cf. Alexander Buttmann (1873) Ausf. Spr: 2:154; Winer s Grammar, 84 (80); (Buttmann, 53 (46); especially Veitch, under the word; Rutherford, New Phryn., p. 377)); 1st aorist ἐδίωξα; passive (present διώκομαι); perfect participle δεδιωγμενος; 1future διωχθήσομαι; (from δίω, to flee); the Sept. commonly for רָדַף;
1. to make to run or flee, put to flight, drive away: (τινα) ἀπό πόλεως εἰς πόλιν, to run swiftly in order to catch some person or thing, to run after; absolutely (Homer, Iliad 23,344; Sophocles El. 738, etc.; διώκειν δρόμῳ, Xenophon, an. 6,5, 25; cf. 7,2, 20), to press on: figuratively, of one who in a race runs swiftly to reach the goal, καταλαμβάνειν (cf. Herodotus 9,58; Lucian, Hermot. 77)), to pursue (in a hostile manner): τινα, to harass, trouble, molest one; to persecute, (cf. Latin persequor, German verfolgen): WH Tr marginal reading); to be maltreated, suffer persecution on account of something, L marginal reading T read διωκονται (others, διώκωνται), see WH s Appendix, p. 169; on the dative see Winer s Grammar, § 31,6c.; Buttmann, 186 (161)).
4. without the idea of hostility, to run after, follow after: someone, to seek after eagerly, earnestly endeavor to acquire: καταλαμβάνειν); φεύγειν); νόμον δικαιοσύνης, τό δίκαιον, καταλαμβάνειν); τήν φιλοξενίαν, τά τῆς εἰρήνης, L marginal reading Tr marginal reading WH marginal reading T read διώκομεν (for the διώκωμεν of others), see (WH's Appendix, p. 169); τήν ἀγάπην, τό ἀγαθόν, εἰρήνην, ζητεῖν τί); times without number in Greek writings (from Homer, Iliad 17,75 διώκειν ἀκιχητα on; as τιμάς, ἀρετήν, τά καλά (cf. Winer's Grammar, 30.)). (Compare: ἐκδιώκω, καταδιώκω.)

Greek Monolingual

και διώχνω και διώχτω (AM διώκω)
1. (για κυνήγι, πόλεμο κ.λπ.) καταδιώκω, κυνηγώ με σκοπό να συλλάβω κάποιον
2. διατυπώνω επίσημα καταγγελία εναντίον κάποιου και κινώ τη διαδικασία να προσαχθεί σε δίκη
3. αποδιώχνω, εκτοπίζω
4. φρ. «ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα» — αυτοί που ενώ έχουν λιγότερα ή δεν έχουν κανένα δικαίωμα, προσπαθούν να εκτοπίσουν τους νόμιμους ιδιοκτήτες, κληρονόμους, κατόχους κ.λπ.
5. αναγκάζω κάποιον να τρέχει, παρακινώ σε γρήγορη κίνηση («ο άνεμος διώχνει τα σύννεφα»)
μσν.- νεοελλ.
λησμονώ, απαρνιέμαι («διώχνοντας τα περασμένα»)
νεοελλ.
απολύω κάποιον από τη θέση του (δημόσια ή ιδιωτική)
αρχ.-μσν.
επιδιώκω, προσπαθώ, να πετύχω, επιζητώ
2. επιθυμώ ή θέλωὅταν δὲ λείπῃς ἀπ' αὐτούς, μᾱλλον νὰ σὲ διώκουν»)
μσν.
1. (για τόπο) διασχίζω, περιηγούμαι
2. (για αέρα) διασχίζω
3. (για ποτάμι) αλλάζω κοίτη
4. (για πρόβατα) βόσκω
αρχ.
1. είμαι οπαδός, ακολουθώ
2. αναπτύσσω, περιγράφω
3. (για άνεμο) παρασύρω πλοίο
4. (για κωπηλάτη) ωθώ
5. προχωρώ, σπεύδω, τρέχω («ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον»)
6. βάζω σε κίνηση, κινώ
7. υπηρετώ
8. (για έγχορδο) παίζω γρήγορα
9. ὁ διώκων
μηνυτής, κατήγορος
10. ὁ διωκόμενος
κατηγορούμενος
11. φρ. α) «γραφὴν διώκω» — καταγγέλλω, κινώ δίκη
β) «δίκην διώκω» — ζητώ το δίκιο μου
12. (με αιτ. και απαρφ.) κατηγορώ ότι («ἐδίωκε καὶ τὴν μητέρα τῷ παιδὶ συνεγνωκέναι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. διώκω συνδέεται πιθ. με το δίεμαι όπως το κορινθ. Fιώκω με το Fίεμαι (βλ. ιέμαι). Το -ω- της λ. παραμένει ανερμήνευτο, ενώ το -κ- κατά τα ερύκω, ολέκω κ.ά.
ΠΑΡ. δίωγμα, διωγμός, διώκτης, δίωξη (Α -ις)
αρχ.
διωκτήρ, διωκτός, διωκτύς
νεοελλ.
διώξιμο.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) διωξικέλευθος, διώξιππος. (Β' συνθετικό) αποδιώκω, εκδιώκω, επιδιώκω, καταδιώκω, συνδιώκω
αρχ.
μεταδιώκω, παραδιώκω, προδιώκω, συγκαταδιώκω
νεοελλ.
αποδιώχνω, κακοδιώχνω].

Greek Monotonic

διώκω: Επικ. απαρ. διωκέμεναι, -έμεν, μέλ. -ξω και -ξομαι, αόρ. αʹ ἐδίωξα, αόρ. βʹ ἐδιώκᾰθον, απαρ. διωκαθεῖν — Παθ. μέλ. διωχθήσομαι και στον Μέσ. τύπο διώξομαι, αόρ. αʹ ἐδιώχθην, παρακ. δεδίωγμαι (δίω II)·
I. 1. καταδιώκω κάποιον, κυνηγώ, θηρεύω, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ομοίως και στη Μέσ., διώκεσθαί τινα πεδίοιο, καταδιώκω κάποιον πάνω ή κατά μήκος της πεδιάδας, σε Όμηρ.· είμαι ακόλουθος, οπαδός, μαθητής ενός προσώπου, προσκολλώ τον εαυτό μου σε εκείνον, σε Ξεν.
2. επιδιώκω κάτι, έναν στόχο, ψάχνω, αναζητώ, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· δ. τὰ συμβάντα, ακολουθώ ή αναμένω το συμβάν, σε Δημ.
II. αποδιώχνω ή απομακρύνω, αποπέμπω, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.
III. λέγεται για τον άνεμο, οδηγώ, παρασύρω ένα πλοίο· λέγεται για κωπηλάτες, ωθώ, σπρώχνω προς την κατεύθυνση, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως για άρμα, οδηγώ, Χρησμ. παρ' Ηροδ.· δ. πόδα, κινούμαι, σε Αισχύλ.· έπειτα, αμτβ., προχωρώ, σε Ομήρ. Ιλ.· σπεύδω, τρέχω, καλπάζω, σε Αισχύλ.
IV. ως δικανικός όρος, κατηγορώ, εγκαλώ κάποιον· ὁδιώκων, κατήγορος (αντίθ. προς το ὁ φεύγων, κατηγορούμενος), σε Ηρόδ. κ.λπ.· ὁ διώκων τοῦ ψηφίσματος, αυτός που ψέγει και καταγγέλλει τη λεκτική διατύπωση του ψηφίσματος, σε Δημ.· με γεν. ποινής, θανάτου ή περὶ θανάτου δ. τινά, Λατ. capitis accusare, σε Ξεν.· αλλά με γεν. αιτίας, κατηγορώ κάποιον για, στρέφομαι εναντίον, δ. τινὰ τυραννίδος, σε Ηρόδ.· δειλίας, σε Αριστοφ.· φόνου, σε Πλάτ.· αλλά, φόνον τινός δ., εκδικούμαι το φόνο κάποιου άλλου, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

διώκω: (fut. διώξω и διώξομαι, aor. ἐδίωξα; pass.: aor. ἐδιώχθην, pf. δεδίωγμαι)
1) гнать, погонять (ἅρμα καὶ ἵππους Hom.; Σύριον ἅρμα Aesch.; ναῦς πνεύματι διωκομένη Arst.);
2) приводить в движение, бросать (βέλος χερί Pind.): φόρμιγγα πλάκτρῳ δ. Pind. ударять плектром по струнам форминги; διώκω τὸν ἐμὸν ἐς δόμους πόδα Eur. я спешу в дом; ὑφ᾽ ἡδονῆς διώκομαι μολεῖν Soph. радость заставила меня прибыть;
3) реже med. гнать, изгонять (οὔτινα, med. τινα δόμοιο Hom.; τινὰ ἐκ γῆς Her.; δόξας ἀκάρπους καὶ κενάς Plut.);
4) устремляться, бросаться (ῥίμφα διώκοντες Hom.; ἐπὶ πτόλιν Aesch.): ἀναπηδήσαντες ἐδίωκον Xen. они вскочили и побежали; δ. τὸν ἐκ τῆς μάχης κίνδυνον Plut. решаться дать бой;
5) реже med. гнать, преследовать (τινα Hom., Xen.): ἀκίχητα δ. Hom. гоняться за неуловимым; δ. и διώκεσθαί τινα πεδίοιο Hom. гнаться за кем-л. по равнине;
6) реже med. преследовать по суду, привлекать к ответственности, обвинять (τινά τινος Her., med. Arph.; τινος εἵνεκεν Her. и περί τινος Xen., Dem.): δ. τὸν φόνον Eur., Arst. карать за убийство; γραφὴν (тж. γραφὰς) или δίκην τινὰ δ. Dem. возбуждать против кого-л. судебное дело; ὁ διώκων Aesch., Lys. обвинитель, истец;
7) реже med. преследовать, стремиться, добиваться (τὰς τιμάς Thuc.; τὴν ἡδονήν Plat.; τὸ ὠφέλιμον Arst.): τοὺς εὐγνώμονας δ. Xen. (med. Plat.) искать общества благожелательных людей;
8) неустанно продолжать, излагать, развивать (τὴν ὑπ᾽ ἀρετῆς παίδευσιν Xen.; τὸν λόγον Plat.): ὕμνῳ ἀρετὰς δ. Pind. воспевать доблести;
9) находиться в пути, путешествовать: ὁ ὑπογράφειν ἅμα διώκοντος εἰθισμένος Plut. привыкший вести запись под диктовку путешествующего, т. е. секретарь, сопровождающий в пути.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: pursue, drive away, prosecute(Il.)
Other forms: Aor. διῶξαι, διωχθῆναι, fut. διώξω etc. (posthom.)
Compounds: Compp. with ἀπο-, ἐκ-, ἐπι- etc.
Derivatives: δίωγμα pursuing, what is pursued (trag., Pl.), διωγμός pursuing (trag., X.) with διωγμίτης policeman (inscr. IIp; vgl. Redard Les noms grecs en -της 45), διωγμιτικά = persecutiones (Cod. Just.); δίωξις persecution, prosecution' (Att.), διωκτύς id. (Call.; cf. Benveniste Noms d'agent 72). - Nomen agentis διώκτης pursuer (NT), in γνωμιδιώκτης (haplol. for γνωμιδιο-δι- Cratin. 307), s. Fraenkel Nom. ag. 2, 81 n. 1; διωκτήρ id. (Babr.). - διωκτός (S.), διωκτικός (Iamb.). - Lengthened διωκάθειν (-εῖν?), ἐδιώκαθον (Att.); cf. Schwyzer 703 n. 6 (διωκαθεῖν?)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: διώκει beside δίεμαι as Ϝιώκει (Cor.) beside Ϝίεμαι (s. ἵεμαι). Origin of the ω unclear (not convincing Meillet MSL 23, 50f.); κ-enlargenent as in ἐρύ-κω, ὀλέ-κω etc., Schwyzer 702 m. n. 5.

Middle Liddell

[δίω II]
I. to pursue aperson, to chase, hunt, Il., etc.:—so in Mid., διώκεσθαί τινα πεδίοιο to chase one over or across the plain, Hom.: — to be a follower of a person, attach oneself to him, Xen.
2. to pursue an object, seek after, Od., etc.; δ. τὰ συμβάντα to follow or wait for the event, Dem.
II. to drive or chase away, banish, Od., Hdt.
III. of the wind, to drive a ship, of rowers, to impel, speed on her way, Od.; of a chariot, to drive, Orac. ap. Hdt.; δ. πόδα to urge on, Aesch.:—then, intr. to drive, drive on, Il.: to gallop, speed, run, Aesch.
IV. as law-term, to prosecute, bring an action against a man, ὁ διώκων the prosecutor (opp. to ὁ φεύγων the defendant), Hdt., etc.; ὁ διώκων τοῦ ψηφίσματος he who impeaches the words of the decree, Dem.; c. gen. poenae, θανάτου or περὶ θανάτου δ. τινά, Lat. capitis accusare, Xen.: but c. gen. criminis, to accuse of, to prosecute for, δ. τινὰ τυραννίδος Hdt.; δειλίας Ar.; φόνου Plat.; but, φόνον τινὸς δ. to avenge another's murder, Eur.

Frisk Etymology German

διώκω: (seit Il.),
{diṓkō}
Forms: Aor. διῶξαι, διωχθῆναι, Fut. διώξω usw. (nachhom.)
Grammar: v.
Meaning: verfolgen, wegtreiben, anklagen.
Composita : Kompp. mit ἀπο-, ἐκ-, ἐπι- usw.
Derivative: Mehrere Ableitungen: δίωγμα das Verfolgen, das Verfolgte (Trag., Pl. usw.), διωγμός Verfolgung (Trag., X. und spät) mit διωγμίτης Ben. eines Schutzmanns (Inschr. IIp usw.; vgl. Redard Les noms grecs en -της 45 m. Lit.), διωγμιτικά = persecutiones (Cod. Just.); δίωξις Verfolgung, insbes. als rechtlicher Ausdruck Anklage (att.), διωκτύς Verfolgung (Kall.; vgl. Benveniste Noms d’agent 72 mit Versuch einer semantischen Differenzierung). — Nomen agentis διώκτης Verfolger (NT), als Hinterglied in γνωμιδιώκτης (haplologisch für γνωμιδιοδι. Kratin. 307) u. a., s. Fraenkel Nom. ag. 2, 81 A. 1; διωκτήρ ib. (Babr.). — διωκτός (S. usw.), διωκτικός (Iamb.). — Erweiterte Form διωκάθειν (-εῖν?), ἐδιώκαθον (att.); zur Frage der präsentischen oder aoristischen Funktion Schwyzer 703 A. 6 m. Lit.
Etymology : Das Präsens διώκει verhält sich zu δίεμαι wie das synonyme ϝιώκει (kor.) zu ϝίεμαι (s. ἵεμαι). Herkunft des ω unklar (nicht überzeugend Meillet MSL 23, 50f.); κ-Erweiterung wie in ἐρύκω, ὀλέκω usw., Schwyzer 702 m. A. 5, wo auch Lit. Ältere Lit. bei Bq.
Page 1,402

Chinese

原文音譯:dièkw 笛哦可
詞類次數:動詞(44)
原文字根:追 相當於: (רָדַף‎)
字義溯源:追求,逼迫,跟隨,直跑,直向前,受逼迫,追趕,追逐,力行,一味的;源自(δίψυχος)X*=逃走);比較 (δειλός)=膽怯的,而 (δειλός)出自(δέομαι)X=畏懼)*;參閱(διάκονος)=執事,侍者*)
同源字:1) (διωγμός)迫害 2) (διώκτης)迫害者 3) (διώκω)追逼 4) (ἐκδιώκω)趕出來 5) (καταδιώκω)追捕
出現次數:總共(45);太(6);路(3);約(3);徒(9);羅(5);林前(3);林後(1);加(5);腓(3);帖前(1);提前(1);提後(2);來(1);彼前(1);啓(1)
譯字彙編
1) 逼迫(11) 太5:11; 路11:49; 路21:12; 約5:16; 徒22:8; 徒26:14; 羅12:14; 加1:13; 加1:23; 腓3:6; 啓12:13;
2) 追求(5) 羅9:30; 羅9:31; 帖前5:15; 提前6:11; 提後2:22;
3) 受逼迫(2) 加5:11; 加6:12;
4) 他們⋯逼迫(2) 太5:12; 太10:23;
5) 逼迫的(2) 徒9:5; 徒26:15;
6) 我曾逼迫(2) 徒22:4; 林前15:9;
7) 追逼(2) 太23:34; 徒26:11;
8) 你⋯逼迫(2) 徒9:4; 徒22:7;
9) 追逐(1) 彼前3:11;
10) 要受逼迫(1) 提後3:12;
11) 直跑(1) 腓3:14;
12) 逼迫⋯的(1) 太5:44;
13) 我⋯正在追求(1) 腓3:12;
14) 你們要⋯追求(1) 來12:14;
15) 他們⋯逼迫了(1) 約15:20;
16) 你們當追求(1) 林前14:1;
17) 所逼迫(1) 徒7:52;
18) 要逼迫(1) 約15:20;
19) 跟隨(1) 路17:23;
20) 要力行(1) 羅12:13;
21) 我們要追求(1) 羅14:19;
22) 遭逼迫(1) 林後4:9;
23) 受逼迫的人(1) 太5:10;
24) 被人逼迫(1) 林前4:12;
25) 逼迫了(1) 加4:29