Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐλαστρέω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ἐλαστρέω Medium diacritics: ἐλαστρέω Low diacritics: ελαστρέω Capitals: ΕΛΑΣΤΡΕΩ
Transliteration A: elastréō Transliteration B: elastreō Transliteration C: elastreo Beta Code: e)lastre/w

English (LSJ)

Ep. and Ion. for ἐλαύνω, πολλοὶ δ' ἀροτῆρες . . ζεύγεα δινεύοντες ἐλάστρεον they

   A drove the teams, Il.18.543; κατ' ἀμαξιτὸν ἣν ἠλάστρεις Thgn.600; ἐ. τινά to drive about, of the Furies, E.IT971; in later Prose, δαιμονίοις χόλοις ἐλαστρηθέντες D.H.1.23; row, Ion. part. ἐλαστρεῦντας (-εύοντας codd.) Arr.Ind. 32.9:—Pass., of ships, to be rowed, Hdt.2.158, 7.24; cf. ἐλαστροῦται (sic)· ἐλαύνεται, Hsch.; -ιῶν· διαγινώσκων, Id.

German (Pape)

[Seite 790] ion. u. poet. = ἐλαύνω, treiben; ζεύγεα ἐλάστρεον Il. 18, 543; ἁμάξιτον ἠλάστρεις Theogn. 608; von den Erinnyen, Eur. I. T. 943. 971 u. sp. D.; ἐλαστρηθεὶς νιφάδι Antp. Sid. 27 (VI, 219); bei Her. 2, 158. 7, 24 von Schiffen, gerudert werden; Dion. Hal. ἐλαστρηθεὶς δαιμονίοις χόλοις 1, 23.

Greek (Liddell-Scott)

ἐλαστρέω: Ἐπ. καὶ Ἰων. ἀντὶ τοῦ ἐλαύνω, πολλοὶ δ’ ἀροτῆρες … ζεύγεα δινεύοντες ἐλάστρεον, ἤλαυνον τὰ ζεύγη, Ἰλ. Σ. 543˙ κατ’ ἁμαξιτὸν ἣν ἠλάστρεις Θέογν. 600˙ ἐλ. τινα, ἐλαύνω, διώκω ἐπὶ τῶν Ἐρινύων, δρόμοις ἀνιδρύτοισιν ἠλάστρουν μ’ ἀεὶ Εὐρ. Ι. Τ. 971, πρβλ. Διον. Ἁλ. 1. 23: - Παθ., ἐπὶ πλοίων, ἐλαύνομαι διὰ τῆς κωπηλασίας, Ἡρόδ. 2. 158., 7. 24.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ἠλάστρεον-ουν;
1 pousser, conduire (un attelage);
2 chasser devant soi, poursuivre, acc..
Étymologie: cf. ἐλαύνω.

English (Autenrieth)

(parallel form of ἐλαύνω): drive; ζεύγεα, Il. 18.543†.

Spanish (DGE)

I tr.
1 llevar, conducir, guiar ζεύγεα en la arada Il.18.543
náut. llevar o impulsar a remo naves, en v. pas. ὥστε τριήρεας δύο πλέειν ... ἐλαστρευμένας de modo que las dos trirremes navegasen impulsadas por remos Hdt.2.158, cf. 7.24.
2 c. ac. de pers. perseguir, hostigar, acosar μητρός <σ'> οὕνεκ' ἠλάστρουν θεαί a causa de tu madre te perseguían las diosas (las Erinis a Orestes) E.IT 934, cf. 971
gener. fig. δαμῆναι καὶ πενίῃ καὶ ὅσ' ἄλλα βροτοὺς κηφῆνας ἐλαστρεῖ ser domado por la pobreza y por cuantas otras cosas persiguen a los zánganos mortales Timo SHell.840.8, en v. pas. πατρὸς μομφαῖσιν ἠλαστρημένος Lyc.450, δαιμονίοις τισὶ χόλοις ἐλαστρηθέντες D.H.1.23, Ζανὸς ἐλαστρηθεὶς γυιοπαγεῖ νιφάδι azotado por la nieve de Zeus que paraliza los miembros, AP 6.219 (Antip.Sid.).
3 c. ἐκ y gen. expulsar εἰ ἐμὲ ἐξ Ἑλλάδος ἐλαστρήσετε Tz.Comm.Ar.1.115.13.
II intr.
1 marchar, moverse, avanzar οὔ μ' ἔλαθες φοιτῶν κατ' ἀμαξιτὸν ἣν ... ἠλάστρεις no me pasó por alto que frecuentabas el camino por el que te habías movido Thgn.600.
2 remar, bogar κατὰ τὸν κόλπον Arr.Ind.32.9, cf. Eust.1161.26.

Greek Monotonic

ἐλαστρέω: Επικ. και Ιων. αντί ἐλαύνω, οδηγώ προς τα μπρος, ωθώ, σπρώχνω, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐλ.τινά, καταδιώκω, επιτίθεμαι, πέφτω ορμητικά, λέγεται για τις Ερινύες, σε Ευρ. — Παθ. λέγεται για πλοία, κινούμαι προς τα μπρος μέσω κωπηλασίας, κωπηλατούμαι, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐλαστρέω: (impf. ἠλάστρεον - эп. impf. ἐλάστρεον) (= ἐλαύνω)
1) гнать, погонять (ζεύγεα Hom.);
2) приводить в движение веслами (τριήρης ἐλαστρευμένη Her.);
3) гнать, преследовать (Ἐρινύες ἠλάστρουν μ᾽ ἀεί Eur.).

Middle Liddell


to drive, Il.; ἐλ. τινα to drive about, of the Furies, Eur.:—Pass., of ships, to be rowed, Hdt. [epic and ionic for ἐλαύνω,]