Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄλλοτε

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἄλλοτε Medium diacritics: ἄλλοτε Low diacritics: άλλοτε Capitals: ΑΛΛΟΤΕ
Transliteration A: állote Transliteration B: allote Transliteration C: allote Beta Code: a)/llote

English (LSJ)

Aeol. ἄλλοτα Alc.47, Dor. ἄλλοκα Theoc.1.37, Adv.

   A at another time, freq. repeated, ἄ. μέν . . ἄ. δέ . . at one time . . at another... Il.23.368, etc.; also ὁτὲ μέν... ἄ. δέ . . Il.1165; ἄ. μέν... ἄ. δ' αὖτε Od.16.209, Hes.Fr.14; τότ' ἄλλος, ἄλλοθ' ἅτερος S.El.739; ποτὲ μὲν κακόν, ἄ. ἐπ' ἐσθλὸν ἑρπει Id.Ant.367; ἄ. μέν... τότε δέ X.An.4.1.17: sts. the former ἄλλοτε is omitted, φοιτῶν ἐναργὴς ταῦρος, ἄ. αἰόλος δράκων S. Tr.11; κεῖμαι δ' ἐπ' ἀκταῖς, ἄ. ἐν πόντου σάλῳ E.Hec.28; ἄ. μέν . . ἐν πυμάτῳ S.OC1674:—ἄ. καὶ ἄ. now and then, X.An.2.4.26: -freq. with ἄλλος, etc., πρὸς ἄλλοτ' ἄλλον sometimes to this man, sometimes that, A.Pr.278, etc.; ἄλλως ἄ. Th.1077.

German (Pape)

[Seite 106] ein andermal, zu anderer Zeit, sonst, Hom. z. B. Iliad. 13, 776 ἄλλοτε δή ποτε, 19, 200 ἄλλοτέ περ, 20, 90. 187 ἤδη καὶ ἄλλοτε, 22, 171 ἄλλοτε δ' αὖτε, 15, 684 ἄλλοτ' ἐπ' ἄλλον ἀμείβεται; 5, 595 ἄλλοτε μέν – ἄλλοτε, bald – bald, 21, 464 ἄλλοτε μέν – ἄλλοτε δέ, 18, 472 Od. 5. 331 ἄλλοτε μέν – ἄλλοτε δ' αὖτε, Iliad. 18, 159 ἄλλοτεἄλλοτε δ' αὖτε, 18, 602 ὁτὲ μέν – ἄλλοτε δ' αὖ, 11, 65 ὁτὲ μέν – ἄλλοτε δέ, 20, 50 ὁτὲ μέν – ἄλλοτε. 11, 566 ἄλλοτε μέν – ὁτὲ δέ, 24, 10 ἄλλοτεἄλλοτε δ' αὖτεἄλλοτε δέ – τοτὲ δέ; – τότε μέν – ἄλλοτε δέ Soph. El. 739; ποτὲ μέν – ἄλλοτε δέ Ant. 367; ἄλλοτε ἄλλος Aesch. Prom. 276 Soph. Phil. 694 und stets bei Pind. (13mäl); eben so in Prosa; auch ἄλλοτ' ἄλλῃ, ἄλλοτ' ἄλλοσε; νῦν τε καὶ ἄλλοτε δὴ πολλάκις Theaet. 187 c; ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, dann u. wann, Xen. An. 2, 4, 26.

Greek (Liddell-Scott)

ἄλλοτε: Αἰολ. ἄλλοκα Α. Β. 606, ἐπίρρ.: (ἄλλος, ὅτε). Ἐν ἄλλῳ χρόνῳ, κατ’ ἄλλην ὥραν, ἄλλην φοράν, ἄλλοτε, πρῶτον παρ’ Ὁμ., καὶ συνήθως ἐν ἀντιθέσει: ἄλλοτε..., ἄλλοτε…, ἄλλοτε μέν, ἄλλοτε δέ, ὡσαύτως ὁτὲ μέν, ἄλλοτε δέ..., Ἰλ. Λ. 65· ἄλλοτε μέν..., ἄλλοτε δ’ αὖτε, Ὀδ. Π. 209, Ἡσ. Ἀποσπ. 44· τότ’ ἄλλος, ἄλλοθ’ ἅτερος, Σοφ. Ἠλ. 739· ποτὲ μὲν κακόν, ἄλλοτ’ ἐπ’ ἐσθλὸν ἕρπει, ὁ αὐτ. Ἀντ. 367· ἄλλοτε μέν… τότε δέ, Ξεν. Ἀν. 4. 1, 17· ἐνίοτε τὸ πρῶτον ἄλλοτε παραλείπεται· φοιτῶν [ἄλλοτ’] ἐναργὴς ταῦρος, ἄλλοτ’ αἰόλος δράκων, Σοφ. Τρ. 11: [ἄλλοτ’] ἐπ’ ἀκταῖς, ἄλλοτ’ ἐν πόντου σάλῳ, Εὐρ. Ἑκ. 28: ἐνίοτε δὲ παραλείπεται τὸ δεύτερον, Σοφ. Ο. Κ. 1675: ― ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, Ξεν. Ἀν. 2. 4, 26: ― συχνότατα συνδυάζεται μετὰ τοῦ ἄλλος, κτλ., πρὸς ἄλλοτ’ ἄλλον, ἐνίοτε πρὸς τοῦτον καὶ ἄλλοτε πρὸς ἐκεῖνον, Αἰσχύλ. Πρ. 276, κτλ.: οὕτω καί: ἄλλως ἄλλοτε, ἄλλοτε κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον καὶ ἄλλοτε ἄλλως, Αἰσχύλ. Θ. 1071· ἄλλοτ’ ἄλλῃ, ἄλλοθι, ἄλλοσε, κτλ.

French (Bailly abrégé)

adv.
une autre fois, d’autres fois : ἄλλοτε μὲν…, ἄλλοτε δέ ; ὅτε μὲν… ἄλλοτε δέ ; ἄλλοτε μὲν… τότε δέ XÉN tantôt… tantôt… ; ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε XÉN de temps en temps ; ἄλλοτε ἄλλος ESCHL tantôt l’un, tantôt l’autre.
Étymologie: ἄλλος.

English (Autenrieth)

at another time; henceformerly,’ or ‘in the future’ (Il. 19.200); often in reciprocal and antithetic phrases, ἄλλοτε ἄλλῳ, ἄλλοτ' ἐπ ἄλλον, ἄλλοτε μὲν.. ἄλλοτε δέ (αὖτε), now.. then, now.. now.

English (Slater)

ἄλλοτε (always combined with another ἄλλο-word)
   1 in one direction and in another met., here and there, this way and that ῥοαὶ δ' ἄλλοτ ἄλλαι ἔβαν (O. 2.33) ἄλλοτε δ' ἄλλον ἐποπτεύει Χάρις ζωθάλμιος (O. 7.11) ἄλλοτ' ἀλλοῖαι διαιθύσσουσιν αὖραι (O. 7.95) ἀλλ' ἄλλοτε πατέων ὁδοῖς σκολιαῖς (P. 2.85) ἄλλοτε δ' ἀλλοῖαι πνοαὶ ὑψιπετᾶν ἀνέμων (P. 3.104) δαίμων δὲ παρίσχει, ἄλλοτ' ἄλλον ὕπερθε βάλλων, ἄλλον δ ὑπὸ χειρῶν μέτρῳ καταβαίνει (byz.: ἄλλοτε δ codd.) (P. 8.77) ἐγκωμίων ἄωτος ὕμνων ἐπ' ἄλλοτ ἄλλον ὥτε μέλισσα θύνει λόγον (P. 10.54) Μοῖσα, τὸ δὲ τεόν, εἰ μισθοῖο συνέθευ παρέχειν φωνὰν ὑπάργυρον, ἄλλοτ' ἄλλᾳ ταρασσέμεν (sc. φωνάν.) (P. 11.42) ψεφεννὸς ἀνὴρ ἄλλοτ' ἄλλα πνέων οὔ ποτ ἀτρεκεῖ κατέβα ποδί (N. 3.41) αἰὼν δὲ κυλινδομέναις ἁμέραις ἄλλ' ἄλλοτ ἐξ ἄλλαξεν (I. 3.18) ἄλλοτε δ' ἀλλοῖος οὖρος πάντας ἀνθρώπους ἐπαίσσων ἐλαύνει (I. 4.5) “ἄλλοτ' ἀλλοῖα φρόνει” keep a different mood for different occasions fr. 43. 5. frag. ]ἄλλο[τε δ' ἀλ] λοῖαι περι[ (supp. Lobel.) Θρ. 4. 8.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): lesb. ἄλλοτα Alc.38a.11, 208A.3, 369.1; dór. ἄλλοκα Theoc.1.37, A.D.Adu.193.15, 17 adv.
I usado aisladamente
1 en otro tiempo, en otra ocasión, otra vez, antes frec. c. otros adv. de tiempo ἤδη γὰρ ... καὶ ἄλλοτ' Il.1.590, πολλάκις ἤδη ... καὶ ἄ. ἔγνων Th.3.37, ἄλλοτε πολλάκις γε δὴ ἀπέδειξα Th.2.62
en op. ἄ. μὲν ... νῦν δ' Il.10.120, ἄ. μὲν ... τότε δέ X.An.4.1.17, τότε ... ἄλλοτε S.El.739, τοτὲ μὲν ... ἄλλοτε S.Ant.367, Pl.Phdr.237e
c. indef. πότα κἄλλοτα alguna otra vez Alc.38a.11, εἴ ποτε καὶ ἄ. X.An.6.4.12, εἴ ποτε καὶ ἄ. καὶ νῦν ἐπιβοηθεῖν LXX 2Ma.13.10, οὔτ' ἄ. πώποτε nunca jamás D.4.51, 10.75
sin otros adv. temp. ὡς ἐώθαμεν καὶ ἄ. ποιέειν Hdt.4.134.3, ὃς ἂν ... ἢ ἄλλοτε οἰκίας τὰς Πτολεμαϊκὰς ἐσέλθῃ quien ... en alguna ocasión está al servicio de los Tolomeos, SEG 9.1.49 (IV a.C.), ἄλλοτέ σοι ἔγραψα BGU 530.8 (I a.C.).
II rep. o c. adv. de la misma raíz
1 rep. una o varias veces una vez ... otra vez, unas veces ... otras veces, tan pronto ... tan pronto ἄλλοτ' ἐπὶ πλευρᾶς ... ἄ. δ' αὖτε ὕπτιος, ἄ. δὲ πρενής Il.24.10-12, cf. Od.16.209, ἄλλοτε μητρυιὴ πέλει ..., ἄλλοτε μήτηρ Hes.Op.825, cf. S.Tr.11, ἄ. καὶ ἄ. X.An.2.4.26, ἄ. μὲν ... ἐπὶ ἀκροτάτης ... ἄλλοτ' ἔνερθε A.R.3.683
en gener. ἄ. μὲν ... ἄ. δέ Il.23.368, Alc.369.1, X.Eq.8.9
en constr. semejantes pero elípticas κλαῖεν ἑὸν πατέρ', ἄ. δ' αὖτε Πάτροκλον Il.24.511, cf. E.Hec.28.
2 combinado c. adv. de la misma raíz ἄ. ἄλλῃ cada vez a un sitio diferente Xenoph.B 26.2
c. ἄλλοσε de aquí para allá σείουσα χαίτην κρᾶτά τ' ἄ. ἄλλοσε E.Med.1191
c. ἄλλως una vez una cosa ... otra vez otra, ya sí ... ya no πόλις ἄλλως ἄ. ἐπαινεῖ τὰ δίκαια la ciudad alaba unas veces lo justo, otras no A.Th.1071, γένεσιν δὲ (ἔχειν) ἄ. ἄλλως la generación (es) diferente en cada ocasión Pl.Sph.248a
subst. τὸ ἄλλοτ' ἄλλως καὶ ὡς ἔτυχε la variación y el azar Arist.PA 641b19.
III combinado c. adj. de la misma raíz de ἄλλος
1 c. ἀλλοῖος una vez de una forma, otra de otra, cada vez de forma diferente ἄλλοτε δ' ἀλλοῖος Ζηνὸς νόος el pensamiento de Zeus es cada vez diferente Hes.Op.483, cf. Pi.P.3.104, en la frase proverbial ἄλλοτ' ἀλλοῖα φρόνει Pi.Fr.43.5, cf. Diog.Apoll.B2.
2 c. ἄλλος una vez uno, otra vez otro, cada vez uno ἄλλοτε τ' ἄλλος ἔχει τάδε Archil.7.7, cf. Sol.1.76, ῥοαὶ δ' ἄλλοτ' ἄλλαι ... ἔβαν Pi.O.2.33, πρὸς ἄ. ἄλλον πημονὴ προσιζάνει A.Pr.276, cf. Ar.Au.1374, ἠσπάζετ' ἄ. ἄλλον E.Alc.191, ἄλλοτ' ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη Pl.Phdr.246b, ἄ. ἄλλων ἐστὶ λόγων Pl.Grg.482a
en la priamela seguido de varios ἄλλος: ἄλλοτε οἶκος τρυχοῦται ... ἄλλος δ' αὖ παίδων ἐπιδεύεται ... ἄλλος νοῦσον ἔχει Mimn.2.11.

Greek Monolingual

επίρρ.ἄλλοτε) (Ν και άλλοτες Μ και ἀλλότες)
(για παρελθόν ή μέλλον, συνήθως επαναλαμβανόμενο) σε άλλο χρόνο, άλλη ώρα, άλλη περίσταση, άλλη φορά
αρχ.
1. σε συνδυασμό με άλλα επιρρήματα ή με την αντωνυμία ἄλλος
«ἄλλως ἄλλοτε», άλλοτε με αυτόν τον τρόπο και άλλοτε με άλλον
«πρὸς ἄλλοτ΄ ἄλλον», άλλοτε προς αυτόν και άλλοτε προς εκείνον
2. φρ. «ἄλλοτε και ἄλλοτε», από καιρό σε καιρό.
[ΕΤΥΜΟΛ. <ἄλλος + ὅτε. Ο τ. άλλοτες σχηματίστηκε με σιγματική παρέκταση (πρβλ. ποτέ-ποτές κ.τ.ό), ο δε καταβιβασμός του τόνου στον τ. ἀλλότες ερμηνεύεται αναλογικά προς τους τ. πότε, τότε, ότε.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλλοτεσινός, αλλοτινός].

Greek Monotonic

ἄλλοτε: (ἄλλος, ὅτε) Αιολ. ἄλλοτα, Δώρ. ἄλλοκα σε άλλο χρονικό διάστημα, σε άλλη εποχή, ἄλλοτε..., ἄλλοτε..., σε μια χρονική στιγμή..., σε άλλη..., σε Όμηρ.· ομοίως, ἄλλως ἄλλοτε, σε μια εποχή με ένα τρόπο, σε άλλη με διαφορετικό, σε Αισχύλ.· ἄλλοτ' ἄλλῃ, ἄλλοθι ἄλλοσε κ.λπ.·

Russian (Dvoretsky)

ἄλλοτε: дор. ἄλλοκα adv. в другой раз, в другое время, иногда: ἄ. (μέν) …, ἄ. δέ Hom., Plat., ὅτε μέν …, ἄ. δέ Hom., τότε (πότε μέν) …, ἄ. δέ Soph., ἄ. μέν …, τότε δέ Xen., ἄλλοκα μὲν …, ἄλλοκα δέ Theocr. то …, то …, иногда …, иногда …; ἄ. καὶ ἄ. Xen. от времени до времени; ἄ. ἄλλος Aesch., Plat. то один, то другой; ἄλλως ἄ. Aesch. то так, то иначе.

Middle Liddell

ἄλλος, ὅτε]
at another time, at other times, ἄλλοτε . . , ἄλλοτε . . , at one time . . , at another . . , Hom.; so, ἄλλως ἄλλοτε at one time one way, at another another, Aesch.; ἄλλοτ' ἄλληι, ἄλλοθι, ἄλλοσε, etc.