Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕσις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἕσις Medium diacritics: ἕσις Low diacritics: έσις Capitals: ΕΣΙΣ
Transliteration A: hésis Transliteration B: hesis Transliteration C: esis Beta Code: e(/sis

English (LSJ)

εως, ἡ, (ἵημι)

   A a sending forth, EM469.49.    2 (ἵεμαι) an aiming at, coined by Pl.Cra.411d, 420a: but the compd. ἔφεσις is found.    II (ἕζω) a sitting, Hellad. ap. Phot.Bibl.p.535 B.

German (Pape)

[Seite 1042] ἡ, das Streben, Plat. Crat. 411 d 420 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἕσις: -εως, ἡ, (ἵημι) ἄφεσις, Ἐτυμολ. Μ. 469. 49. 2) (ἵεμαι) ὁρμή, μόνον παρὰ Πλάτ. ἐν Κρατ. 411D, 420Α· ἀλλὰ τὸ σύνθετον ἔφεσις εὑρίσκεται πολλαχοῦ. ΙΙ. (ἕζω) τὸ καθέζεσθαι, κάθισμα, Ἑλλάδ. ἐν Φωτ. Βιβλ. 535. 20.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
mouvement vers, désir.
Étymologie: ἵημι.

Greek Monolingual

(I)
ἕσις, ἡ (Α) ίημι
1. άφεση
2. ορμή.
(II)
ἕσις, ἡ (Α) έζομαι
το να κάθεται κάποιος, το κάθισμα.

Greek Monotonic

ἕσις: -εως, ἡ (ἵημι).·
1. άφεση.
2. (ἵεμαι) παρόρμηση, ώθηση, τάση, ροπή, κλίση, ορμή, μόνο σε Πλάτ.· αλλά, το σύνθετο ἔφεσις είναι συνηθέστερο.
II. (ἕζω) κάθισμα.

Russian (Dvoretsky)

ἕσις: εως ἡ ἵημι (у)стремление, побуждение Plat.

Middle Liddell

ἕσις, εως ἵημι
I. an impulse, tendency, only in Plat.: but the compd. ἔφεσις is found.
II. (ἕζὠ a sitting. v. εἰσ-.