Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολλαχοῦ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πολλᾰχοῦ Medium diacritics: πολλαχοῦ Low diacritics: πολλαχού Capitals: ΠΟΛΛΑΧΟΥ
Transliteration A: pollachoû Transliteration B: pollachou Transliteration C: pollachoy Beta Code: pollaxou=

English (LSJ)

Adv.

   A in many places, τοὔνομα γένοιτ' ἂν πολλαχοῦ, τὸ σῶμα δ' οὔ E.Hel.588, cf. Pl.Smp.209e; ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος Id.Ap.31c; π. ἐν τοῖς λόγοις Id.Prt.329c; Ὅμηρος π. λέγει Id.Cra.408a; π. ἄλλοθι X.Cyr.7.1.30.    2 c. gen., π. τῆς γῆς v. l. in Pl.Phd.111a.    II = πολλαχῇ, on many grounds, interpol. in Hdt.6.122, v. l. in Isoc.4.183.

German (Pape)

[Seite 658] an vielen Orten; Eur. Hel. 594; καὶ ἄλλοι ἄλλοθι πολλ. ἄνδρες, Plat. Conv. 209 e; γῆς, Arist. u. Sp – Auch wie πολλαχῇ, vielmals, oft, Her. 6, 122; λογίζεσθαι, Isocr. 4, 183; λέγειν, Plat. Prot. 329 c u. oft.

Greek (Liddell-Scott)

πολλᾰχοῦ: ἐπίρρ., ἐν πολλοῖς τόποις ἢ μέρεσι, τοὔνομα γένοιτ’ ἂν πολλαχοῦ τὸ σῶμα δ’ οὔ Εὐρ. Ἑλλ. 588, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 209Ε, Κρατ. 408Α· ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος ὁ αὐτ. ἐν Ἀπολλ. 31C· π. ἐν τοῖς λόγοις ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 329C· π. ἀλλαχόθι Ξεν. Κύρ. 7. 1, 30. 2) μετὰ γεν., π. τῆς γῆς Πλάτ. Φαίδων 111Α. ΙΙ. = πολλαχῆ, πολλάκις, συχνάκις, Ἡρόδ. 6. 122, κτλ.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 en beaucoup d’endroits ; πολλαχοῦ τῆς γῆς PLAT en beaucoup d’endroits de la terre;
2 souvent.
Étymologie: *πολλαχός.

Greek Monolingual

πολλαχοῡ ΝΜΑ
επίρρ. σε πολλά μέρη ή σημεία σε πολλούς τόπους («Ὅμηρος πολλαχοῡ λέγει», Πλάτ.)
αρχ.
πολλές φορές, συχνά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πολλ(ο)- του πολύς + ουρανικό πρόσφυμα -αχ- + επιρρμ. κατάλ. –οῦ (πρβλ. μυρι-αχ-ού)].

Greek Monotonic

πολλᾰχοῦ: επίρρ.,
I. 1. σε πολλούς τόπους, σε Ευρ., Πλάτ.
2. με γεν., πολλαχοῦ τῆς γῆς, σε Πλάτ.
II. = πολλαχῆ, πολλές φορές, συχνά, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολλαχοῦ [~ πολύς] adv. op veel plaatsen:; πολλαχοῦ τῆς γῆς op veel plaatsen op aarde Plat. Euthyph. 11a; op veel punten:. πολλαχοῦ ἐν τοῖς λόγοις op veel punten in jouw betoog Plat. Prot. 329c. in veel gevallen:; πολλαχοῦ... καὶ ἄλλοθι in veel andere situaties Xen. Cyr. 7.1.30; om veel redenen. Hdt. 6.122.1.

Russian (Dvoretsky)

πολλᾰχοῦ: adv.
1) во многих местах: καὶ ἄλλοι ἄλλοθι π. ἄνδρες Plat. да и другие люди во многих других местах; π. τῆς γῆς Plat. (v. l. πανταχοῦ) во многих местах земли;
2) (= πολλαχῇ) часто, неоднократно (λέγειν Plat.; λογίζεσθαι Isocr.): π. μνήμην τινὸς ἔχειν Her. часто вспоминать о ком-л.

Middle Liddell


I. in many places, Eur., Plat.
2. c. gen., π. τῆς γῆς Plat.
II. = πολλαχῆ, many times, often, Hdt., etc.