Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠχήεις

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ἠχήεις Medium diacritics: ἠχήεις Low diacritics: ηχήεις Capitals: ΗΧΗΕΙΣ
Transliteration A: ēchḗeis Transliteration B: ēchēeis Transliteration C: ichieis Beta Code: h)xh/eis

English (LSJ)

Dor. ἀχ-, εσσα, εν,

   A sounding, ringing, roaring, θάλασσα Il.1.157; δώματα ἠχήεντα high, echoing rooms or halls, Od.4.72; δόμοι ἠχήεντες Hes. Th.767; χαλκός A.R.1.1236; ἰά prob. l. in A.Th.915 (lyr.); θρόος αὐλῶν Epic. ap. Plu.2.654f; τέττιξ AP7.196 (Mel.); of the ears, ἠ. ἀκουή Parm.1.35; cf. ἠχέεις.

German (Pape)

[Seite 1180] εσσα, εν, schallend, tönend, tosend, brausend, θάλασσα Il. 1, 157; δώματα ἠχήεντα, hohe, hallende Gemächer, Wohnungen, Od. 4, 72 h. Cer. 104; δόμοι Hes. Th. 767; sp. D.; χαλκός Ap. Rh. 1, 1236; auch τέττιξ, Mel. 111 (VII, 196); πυρὸς πρηστήρ Col. 52; auch ἀκουή, mit Geräusch erfüllt, Parmenid. D. L. 9, 22. S. ἠχέεις.

Greek (Liddell-Scott)

ἠχήεις: εσσα, εν, ἠχῶν, κροτῶν, παταγῶν, βροντῶν, θάλασσα Ἰλ. Α. 157· δώματα ἠχήεντα, δωμάτια ὑψηλά, ἠχοῦντα, Ὀδ. Δ. 72· δόμοι ἠχήεντες Ἡσ. Θ. 767· χαλκὸς Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1236· θρόος αὐλῶν Ποιητὴς παρὰ Πλουτ. 2. 654F· τέττιξ Ἀνθ. Π. 7. 196· - ἐπὶ τῶν ὤτων, ἀκουή, πλήρης ἤχου, Παρμεν. παρὰ Διογ. Λ. 9. 32 καὶ ἴδε ἐν λ. ἠχέεις.

French (Bailly abrégé)

ήεσσα, ῆεν;
bruyant, sonore, retentissant.
Étymologie: ἠχή.

English (Autenrieth)

εσσα, εν (ϝηχή): sounding, echoing, roaring, Od. 4.72, Il. 1.157.

Greek Monolingual

-εσσα, -εν (Α ήχήεις, -εσσα, -εν)
αυτός που παράγει ισχυρό ήχο ή θόρυβο, ηχηρός, ηχητικός, ηχογόνος, βουερός («θάλασσά τε ήχήεσσα», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. αυτός που τραγουδά, που κάνει βόμβο, που θροεί
2. αυτός που αντηχεί ισχυρά («κάδ δώματα ήχήεντα», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηχή + -ήεις (πρβλ. αυδ-ήεις < αυδή)].

Greek Monotonic

ἠχήεις: -εσσα, -εν, αυτός που κάνει κρότο, πάταγο, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἠχήεις: ήεσσα, ῆεν
1) шумящий, ревущий, грохочущий (θάλασσα Hom.);
2) звонкий, звенящий, гудящий (τέττιξ Anth.);
3) полный шума (ἀκουή Diog. L.);
4) гулко звучащий, гулкий, с обширным резонансом, т. е. просторный (δώματα Hom.; δόμοι Hes.).

Middle Liddell

ἠχήεις, εσσα, εν [from ἠχή]
sounding, ringing, roaring, Hom.