Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰπνοπλάθος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἰπνοπλάθος Medium diacritics: ἰπνοπλάθος Low diacritics: ιπνοπλάθος Capitals: ΙΠΝΟΠΛΑΘΟΣ
Transliteration A: ipnopláthos Transliteration B: ipnoplathos Transliteration C: ipnoplathos Beta Code: i)pnopla/qos

English (LSJ)

[ᾰ], ὁ, (πλάσσω)

   A oven-maker, fire-clay moulder, worker in terra-cotta, much like κοροπλάθος (q. v.), Pl.Tht.147a:—later ἰπνοπλάθης, Poll.7.163, Tim.Lex., Harp.:—also ἰπνο-πλάστης, ου, ὁ, Gal.Thras.43:

German (Pape)

[Seite 1257] ὁ, = Folgdm, Poll. 7, 163; Plat. Theaet. 147 a steht der gen. plur. ἰπνοπλάθων od.

Greek (Liddell-Scott)

ἰπνοπλάθος: -ου, ὁ, (πλάσσω) ὁ ἐργαζόμενος ἐν κλιβάνῳ ἢ καμίνῳ, κεραμεύς, σχεδὸν ὡς τὸ κοροπλάθος (ὃ ἴδε), Πλάτ. Θεαίτ. 147Α (διάφ. γραφ. ἰπνοπλάστης, ὡς ἐν Γαλην. 6. 36· ἰπνοπλάθης ἐν Τιμ. Λεξ.), Πολυδ. Ζ΄, 163, Ἁρποκρ.· - οὕτω καὶ ἰπνοποιός, όν, Λουκ. Προμ. 2, Θεμίστ. 256D.

Greek Monolingual

ἰπνοπλάθος, ὁ (Α)
αυτός που εργάζεται σε κλίβανο ή σε κάμινο, ο κεραμέας, ο τσουκαλάς, ο κοροπλάθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰπνός + -πλάθος (< πλάσσω), πρβλ. λογο-πλάθος, πηλο-πλάθος].

Russian (Dvoretsky)

ἰπνοπλάθος: ου (ᾰ) ὁ печник Plat.