Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰπνός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἰπνός Medium diacritics: ἰπνός Low diacritics: ιπνός Capitals: ΙΠΝΟΣ
Transliteration A: ipnós Transliteration B: ipnos Transliteration C: ipnos Beta Code: i)pno/s

English (LSJ)

ὁ, A oven, furnace, Hdt.5.92.ή, Hp.Morb.2.47, Antiph.176.4, Diph.Siph. ap. Ath.2.54a, Archestr.Fr.46; esp. for heating water for the bath, Ar.V.139,Av.437 (ῐπν-). II the place of the oven, i.e. the kitchen, Semon.7.61, Ar.V.837, Lycurg.Fr.73. III lantern, Ar.Pax841, Pl.815, SIG1027.13 (Cos, 1v/iii B.C.), Ael.NA2.8. IV = κοπρών, dunghill, privy, Ar.Fr.353, Hsch. (Prob. cogn. with Engl. oven.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1257] ὁ, (vgl. ἴπτομαι), Ofen, Backofen; ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν τοὺς ἄρτους ἐπέβαλε Her. 5, 92; τὰ ἐν τοῖς ἰπνοῖς φρυγόμενα Diphil. bei Ath. II, 54 a; der Ofen zum Heizen der Badstube u. zum Erwärmen des Badewassers, Ar. Vesp. 141 Av. 436; Küchenheerd, Küche, Vesp. 837; Harpocr. erkl. μαγειρεῖον. – Laterne, Ar. Paz 841 Plut. 816; vgl. Ael. H. A. 2, 8. – Nach Poll. 5, 91 bei Ar. auch = die Mistgrube.

Greek (Liddell-Scott)

ἰπνός: ὁ, κλίβανος, «φοῦρνος», κάμινος, Λατ. furnus, Ἡρόδ. 6. 92, 7, Ἱππ. 476. 25, Ἀντιφάν. ἐν «Ὀμφάλῃ» 1, 3, Δίφιλ. παρ’ Ἀθην. 54Α, Ἀρχέστρατ. αὐτόθι 319Ε: - ἰδίως πρὸς θέρμανσιν ὕδατος διὰ λουτρόν, Ἀριστοφ. Σφ. 139, Ὄρν. 436, ΙΙ. ὁ τόπος τοῦ κλιβάνου, Λατ. culina, μαγειρεῖον, Σιμων. Ἰαμβογρ. 6. 61, Ἀριστοφ. Σφ. 837, Λυκοῦργ. παρ’ Ἁρποκρ. ΙΙΙ. λαμπτήρ, φανὸς Ἀριστοφ. Εἰρ. 841, Πλ. 815, Αἰλ. π. Ζ. 2. 8. IV. = κοπρών, σωρὸς κόπρου ἢ ἀπόπατος, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 132, Ἡσύχ. (Ὁ Κούρτ. ἀναφέρει τὴν λέξιν εἰς τὴν √ΠΕΠ, πέσσω, ὡς εἰ ὁ ἐξ ἀρχῆς τύπος ἦν πιπνός, σ. 699).

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
I. four :
1 fourneau;
2 emplacement pour le fourneau de cuisine;
II. lanterne.
Étymologie: DELG étym. peu sûre ; germ. ofen ?

Greek Monolingual

ἰπνός, ὁ (ΑΜ)
κλίβανος, φούρνος, καμίνι («ὅτι ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν Περίανδρος τοὺς ἄρτους ἐπέβαλε», Ηρόδ.)
αρχ.
1. κυρίως ο κλίβανος με τον οποίο θέρμαιναν το νερό στα βαλανεία (λουτρά) και συνεκδ. ο χώρος στον οποίο βρισκόταν ο κλίβανος, το μαγειρείο
2. λαμπτήρας, φανός
3. αποχωρητήριο, κοπρώνας, σωρός κοπριάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρ' όλο που μαρτυρείται ήδη στα Μυκηναϊκά, στον τ. i-po-no, η λ. είναι αβέβαιης ετυμολ. Έχει συνδεθεί με το αγγλοσαξ. ofen, το αρχ. άνω γερμ. ovan, το αγγλ. oven, το πρωτογερμ. ofna-κ.ά., όλα με τη σημασία «φούρνος», καθώς και με το αρχ. ινδ. ukhā- «δοχείο, κατσαρόλα», με σκοπό να αναχθούν όλα σε ΙΕ ρίζα με χειλοϋπερωικό σύμφωνο. Η διαφορά του αρνητικού φθόγγου όμως, καθώς και η δασύτητα που μαρτυρείται σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ελληνική (όπως στη γλώσσα του Ησυχίου 'Εφιπνος
Ζεὺς ἐν Χίῳ) δεν ερμηνεύονται ικανοποιητικά.
ΠΑΡ. αρχ. ιπνεύω, ιπνίον, ίπνιος, ιπνίτης, ιπνιών, ιπνώ, ιπνών.
ΣΥΝΘ. αρχ. ιπνοκαής, ιπνοκαύστης, ιπνοκαύτης, ιπνοκήιον, ιπνολέβης, ιπνολεβήτιον, ιπνοπλάθης, ιπνοπλάθος, ιπνοπλάστης, ιπνοποιός].

Greek Monotonic

ἰπνός: ὁ,
I. κλίβανος ή φούρνος, σε Ηρόδ., Αριστοφ.
II. τόπος, χώρος στον οποίο βρίσκεται ο φούρνος, δηλ. κουζίνα, σε Αριστοφ.
III. λαμπτήρας, φανός, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἰπνός: Arst. ἴπνος ὁ
1) печь (ἐπὶ τὸν ἰπνὸν τοὺς ἄρτους ἐπιβαλεῖν Her.);
2) очаг (κρέμασθαί τι εἰς τὸν ἰπνὸν εἴσω Arph.);
3) кухонное помещение, кухня (εἰσελθεῖν εἰς τὸν ἰπνόν Arph.);
4) фонарь: ἰπνοὺς ἔχειν, ἐν δὲ τοῖς ἰπνοῖσι πῦρ Arph. держать фонари, да (еще) зажженные;
5) навозная куча Arph.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: furnace, also kitchen and lantern (IA),
Dialectal forms: Myc. i-po-no;
Compounds: Compp., e. g. ἰπνο-πλάθος oven-maker (Pl.), Ἔφ-ιπνος Ζεὺς ἐν Χίῳ H.
Derivatives: Diminut. ἰπνίον (medic.); ἰπνών (Delos IIIa), ἰπνιών (Gortyn) kitchen; ἰπνίτης (ἄρτος) in an oven baked bread (Hp.; vgl. Redard Les noms grecs en -της 89); ἴπνιος belonging to an oven, ἴπνια τὰ καθάρματα τοῦ ἰπνοῦ H. (Call. Fr. 216); ἰπνεύω bake in an oven (H.; hιπνε[ύεσθαι] IG 12, 4, 15) with ἰπνευτής furnarius (Gloss.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: With ἰπνός, perh. from *ἱπνός (cf. Ἔφ-ιπνος and hιπνε[ύεσθαι] IG 12, 4, 15, which is not quite certain, agrees except for the anlaut a synonymous Westgerm. word, OE ofen, OHG ovan Ofen, also ONo. ofn, PGerm. *ofna- < *úfna-. But these words cannot be combined. Also the forms with velar: Goth. auhns, OSwed. oghn, PGerm. *oχna-, *oʒna- < *úχna-, *uʒná-. Nor is there any possibility to connect Skt. ukhá- m., ukhā́ f. pot, cooking-pot (or Lat. aulla pot). Cf. Pok. 88. Other proposal by B. Vine, UCLA IE Studies I (1999) 5-30.

Middle Liddell

ἰπνός, ὁ,
I. an oven or furnace, Hdt., Ar.
II. the place of the oven, i. e. the kitchen, Ar.
III. a lantern, Ar.

Frisk Etymology German

ἰπνός: {ipnós}
Forms: myk. i-po-no?;
Grammar: m.
Meaning: Ofen, auch Küche und Laterne (ion. att.),
Composita : Kompp., z. B. ἰπνοπλάθος Ofensetzer (Pl.), Ἔφιπνος· Ζεὺς ἐν Χίῳ H.
Derivative: Ableitungen: Deminutivum ἰπνίον (Mediz.); ἰπνών (Delos IIIa), ἰπνιών (Gortyn) Küche; ἰπνίτης (ἄρτος) ‘im Ofen gebackt(es Brot)’ (Hp. u. a.; vgl. Redard Les noms grecs en -της 89); ἴπνιος zum Ofen gehörig, ἴπνια· τὰ καθάρματα τοῦ ἰπνοῦ H. (Kall. Fr. 216); ἰπνεύω im Ofen backen (H.; hιπνε[ύεσθαι] IG 12, 4, 15) mit ἰπνευτής· furnarius (Gloss.).
Etymology : u ἰπνός, viell. aus *ἱπνός (vgl. Ἔφιπνος und das nicht ganz sichere hιπνε[ύεσθαι] IG 12, 4, 15), stimmt bis auf den Anlaut ein synonymes westgerm. Wort, ags. ofen, ahd. ovanOfen’, auch ano. ofn, urg. *ofna- < *úfna-. Daneben stehen im Gotischen und Nordischen Formen mit Guttural, got. auhns, aschw. oghn, urg. *oχna-, *oʒna- < *úχna-, *uʒná-. Unter Annahme einer ursprünglichen Bedeutung Glutpfanne, Kohlenbecken werden die genannten Wörter mit aind. ukhá- m., ukhā́ f. Topf, Kochtopf, Feuerschüssel zusammengehalten, wozu wiederum das mit Diphthong anlautende lat. aulla Topf, Hafen, nach dem Deminutivum auxilla zu schließen aus *auxlā. Die wiederholten Versuche, alle diese Formen mit Hilfe der zu Gebote stehenden lautlichen Mittel auf ein gemeinsames Grundwort (auqh-, uqh-, u̯eqh-) zurückzuführen, haben zu keinem einwandfreien Resultat geführt; im allg. werden die Formen mit Labial als einzelsprachliche Neuerungen erklärt (so zuletzt Holthausen KZ 72, 206). Nach Bq (mit Meillet MSL 9, 137) sind zwei verschiedene Wörter anzunehmen. — Weitere Formen und Einzelheiten, auch aus dem Keltischen, Baltischen und Albanischen, bei WP. 1, 24, Pok. 88, W.-Hofmann s. aulla, Feist Vgl. Wb. d. got. Spr. s. auhns, Mayrhofer Wb. s. ukháḥ; daselbst auch reiche Literaturangaben.
Page 1,732-733