Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποίησις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ποίησις Medium diacritics: ποίησις Low diacritics: ποίησις Capitals: ΠΟΙΗΣΙΣ
Transliteration A: poíēsis Transliteration B: poiēsis Transliteration C: poiisis Beta Code: poi/hsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A fabrication, creation, production, opp. πρᾶξις (action, v. Arist. EN1140a2, Pol.1254a5), [μύρου] Hdt.3.22; νεῶν Th.3.2, etc.; ἡ τῶν ζῴων π. Pl.Smp.197a; ἡ τῶν μελῶν π. Id.Grg.449d; μίμησις π. τίς ἐστιν, εἰδώλων μέντοι Id.Sph.265b, etc.; αἱ ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσί Id.Smp.205b.    2 of Poetry, ἡ τῶν διθυράμβων π., τῆς τραγῳδίας, τῶν ἐπῶν, Pherecr.145.10, Pl.Grg.502a, 502b, R. 394c: abs., art of poetry, οἱ ἐν π. γενόμενοι Hdt.2.82, cf. Ar.Ra.868, etc.; οὕτως… ἀταλαιπώρως ἡ π. διέκειτο Id.Fr.254; οἱ ἄκροι τῆς π. ἑκατέρας, i.e. tragedy and comedy, Pl.Tht.152e; ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη π. Id.Phdr.245a; π. ψιλὴ ἢ ἐν ᾠδῇ ib.278c.    b poetic composition, poem, ἐς ποίησιν ἐσενείκασθαι Hdt.2.23, cf. Th.1.10, etc.; περὶ ὧν Ὅμηρος τὴν π. πεποίηκεν Pl.Ion531d: pl., Id.Lg.829e.    II = εἰσποίησις, adoption, in pl., Is.7.1, D.44.7, al.; κατὰ ποίησιν ibid., Michel836.5 (Didyma, ii B.C.); ποιήσει υἱοί D.H.4.7; τῇ παρ' ὑμῶν π. πολίτης D.20.30.    2 in collect. sense, those adopted, τῆς π. ἣν ἐκεῖνος ἐποιήσατο Id.44.61.    III method of procedure, in Magic, PMag.Par.1.1248.

German (Pape)

[Seite 648] ἡ, das Machen, Verfertigen; Her. 3, 22; νεῶν, Thuc. 3, 2; ἀλφίτων, Plat. Epin. 975 b; das Hervorbringen, Bilden, Schaffen, ἡ μίμησις ποίησίς τίς ἐστιν εἰδώλων, Soph. 265 b; θείας ἔργα ποιήσεως, 266 d; u. allgemein, ὥςτε καὶ αἱ ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσί, Conv. 205 c; Sp.; τῇ παρ' ὑμῶν ποιήσει πολίτης, Bürger durch euer dazu Machen, Dem. Lpt. 30, vgl. Wolf ib. p. 250, auch Adoption, zum Sohne Machen, Is. 2, 2 u. öfter. – Bes. das Dichten, die Dichtkunst, Poesie; Her. 2, 82; τῶν διθυράμβων, τραγῳδίας, Plat. Gorg. 502 ab, ἐπῶν, Rep. III, 394 c; κατά τε ᾠδὰς καὶ κατὰ τὴν ἄλλην μίμησιν, Phaedr. 245 a, u. öfter; auch das Gedicht selbst, λέγει ἐν τῇ ποιήσει, Tim. 20 e; Thuc. 1, 10; besonders ein größeres Dichterwerk, dessen einzelne Theile ποιήματα heißen; vgl. Francke Callin. p. 191.

Greek (Liddell-Scott)

ποίησις: -εως, ἡ, (ποιέω) τὸ ποιεῖν, κατασκευή, δημιουργία, παραγωγή, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ πρᾶξις (ἴδε Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 6, 4, 2 κἑξ.), μύρου Ἡρόδ. 3. 22· νεῶν Θουκ. 3. 2· ἡ τῶν ζῴων ποίησις Πλάτ. Συμπ. 197Α· ἡ μουσικὴ περὶ τὴν τῶν μελῶν ποίησιν; Πλάτ. Γοργ. 449D· μίμησις π. τίς ἐστιν, εἰδώλων μέντοι ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 265Β, κτλ.· αἱ ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσὶ ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 205Β. 2) ἐπὶ τῆς ποιήσεως, τῆς συνθέσεως δηλ. ποιημάτων, ἡ π. τῶν διθυράμβων, τῆς τραγῳδίας, τῶν ἐπῶν Φερεκράτ. ἐν «Χείρωνι» 4. 10, Πλάτ. Γοργ. 502 Α, Β, Πολ. 394C· ἀπολ., ποιητικὴ δύναμις, τέχνη ποιητική, Ἡρόδ. 2, 23, 82, Ἀριστοφ. Βάτρ. 868, Πλάτ. κτλ.· οὕτως... ἀταλαιπώρως ἡ π. διέκειτο Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 250· οἱ ἄκροι τῆς π. ἑκατέρας, δηλ. τῆς τραγῳδίας καὶ τῆς κωμῳδίας, Πλάτ. Θεαίτ. 152Ε ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη π. ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 245Α· π. ψιλὴ ἢ ἐν ᾠδῇ αὐτόθι 278C. β) σύνθεσις ποιητική, ποίημα, Θουκ. 1. 10· περὶ ὧν ὁ Ὅμηρος τὴν π. πεποίηκεν Πλάτ. Ἴων 531D· ἐν τῷ πλθ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 829Ε· ― κυρίως, ἓν ποίημα ὁλόκληρον, τοῦ ὁποίου ἐνίοτε τὰ μέρη, ἐκαλοῦντο ποιήματα, Franck. Callin. σ. 171. Πρβ. ποιητής. ΙΙ. = εἰσποίησις, υἱοθέτησις, Ἰσαῖ, 63. 2· κατὰ ποίησιν Συλλ. Ἐπιγρ. 2855. 5· ποιήσει υἱοί, δι’ υἱοθετήσεως, Διον. Ἀλ. 4. 7· οὕτω, τῇ παρ’ ὑμῶν π. πολίτης Δημ. 466. 16.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action de faire, d’où
I. création ; t. de droit création légale par adoption, adoption;
II. en parl. d’ouvrages manuels fabrication, confection (d’un parfum, de navires, etc.);
III. en parl. de l’intelligence;
1 action de composer des œuvres poétiques;
2 faculté de composer des œuvres poétiques, art de la poésie ; abs. poésie;
3 œuvre poétique, poème, poésie.
Étymologie: ποιέω.

Spanish

modo de realización, procedimiento, preparación, práctica mágica

English (Strong)

from ποιέω; action, i.e. performance (of the law): deed.

English (Thayer)

ποιήσεως, ἡ (ποιέω);
1. a making (Herodotus 3,22; Thucydides 3,2; Plato, Demosthenes, others; the Sept. several times for מַעֲשֶׂה).
2. a doing or performing: ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ (in his doing, i. e.) in the obedience he renders to the law, Sirach 19:20 (18).

Greek Monotonic

ποίησις: -εως, ἡ (ποιέω),·
I. 1. κατασκευή, δημιουργία, παραγωγή, αντίθ. προς το πρᾶξις (ενέργεια), σε Ηρόδ., Αττ. 2. α) λέγεται για την ποίηση, ἡποίησις τῆς τραγῳδίας κ.λπ., σε Πλάτ.· απόλ., ποιητική ικανότητα, ποίηση, ποιητική τέχνη, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ. β) ποιητική σύνθεση, ποίημα, σε Θουκ., Πλάτ.
II. = εἰσποίησις, υιοθέτηση, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ποίησις: εως ἡ
1) изготовление, производство (μύρου Her.; τροφῆς Arst.);
2) сооружение, постройка (νεῶν Thuc.);
3) сотворение, созидание (τῶν ζῴων, ἡ τῶν μελῶν π. Plat.);
4) творчество: ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ ὂν ἰόντι αἰτία πᾶσά ἐστι π. Plat. всякая причина перехода из небытия в бытие есть творчество;
5) поэтическое искусство, поэзия: ᾠδαὶ καὶ ἡ ἄλλη π. Plat. песни и другие виды поэтического искусства; ἡ π. ἑκατέρα Plat. оба вида поэзии, т. е. трагедия и комедия;
6) стихотворное произведение, поэма (δῆλον ἐκ τῆς Τυρταίου ποιήσεως Arst.): τῆ Ὁμήρου ποιήσει εἴ τι χρὴ πιστεύειν Thuc. если верить поэме Гомера;
7) юр. усыновление Isae.;
8) юр. принятие в число граждан: τῇ παρ᾽ ὑμῶν ποιήσει πολίτης Dem. человек, получивший в силу вашего решения право гражданства.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποίησις -εως, ἡ [ποιέω] het maken, vervaardiging, productie:; νεῶν ποίησις scheepsbouw Thuc. 3.2.2; οἶσθ ’ ὅτι ποίησίς ἐστί τι πολύ je weet dat de term ‘poièsis’ veelduidig is Plat. Smp. 205b; ἡ... μίμησις ποίησίς τίς ἐστιν, εἰδώλων μέντοι representatie is een vorm van productie, maar van beelden Plat. Sph. 265b; ἕτερον δ ’ ἐστὶ ποίησις καὶ πρᾶξις maken is iets anders dan doen Aristot. EN 1140a2; schepping:. ἡ τῶν ζῴων ποίησις het voortbrengen van de levende wezens Plat. Smp. 197a. spec. (artistieke) productie:; ἔν τε τῇ τῶν ἐπῶν ποιήσει bij het maken van epische gedichten Plat. Resp. 394c; abs. poëzie:. ἡ ποίησις οὐχὶ συντέθνηκέ μοι mijn poëzie is niet tegelijk met mij gestorven Aristoph. Ran. 868; τῶν ποιητῶν οἱ ἄκροι τῆς ποιήσεως ἑκατέρας de topdichters in beide vormen van poëzie Plat. Tht. 152e; καὶ εἴ τις ἄλλος αὖ ποίησιν... συντέθηκε en ieder ander die gedichten heeft gemaakt Plat. Phaedr. 278c. daad:. οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται hij zal gelukkig zijn door zijn daad NT Iac. 1.25.

Middle Liddell

ποίησις, εως, ποιέω
I. a making, fabrication, creation, production, opp. to πρᾶξις (action), Hdt., attic
2. of poetry, ἡ π. τῆς τραγῳδίας, etc., Plat.: absol. poetic faculty, poesy, art of poetry, Hdt., Ar., etc.
b. a poetic composition, poem, Thuc., Plat.
II. = εἰσποίησις, adoption, Dem.

Chinese

原文音譯:po⋯hsij 拍誒西士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:作(著)
字義溯源:行為,行動,活動,遵行;源自(ποιέω)*=作,行)。參讀 (ἔργον)同義字
出現次數:總共(1);雅(1)
譯字彙編
1) 遵行(1) 雅1:25