Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱπποτροφία

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἱπποτροφία Medium diacritics: ἱπποτροφία Low diacritics: ιπποτροφία Capitals: ΙΠΠΟΤΡΟΦΙΑ
Transliteration A: hippotrophía Transliteration B: hippotrophia Transliteration C: ippotrofia Beta Code: i(ppotrofi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A breeding or keeping of horses, esp. for racing, ἱ. γὰρ οὐ Ζακύνθῳ . . ὀπαδεῖ Simon.15: freq. in pl., ἱπποτροφίας νομίζειν Pi.I.2.38, cf. X.Oec.2.6, Pl.Ly.205c, Arist.Pol.1289b35, Anon.Oxy.664.27: sg., Th.6.12, Plu.Ages.20.    2 as a liturgy, ἀτελὴς ἔσται . . -ίας SIG1003.26(Priene, ii B.C.).

German (Pape)

[Seite 1261] ἡ, das Pferdefüttern, -halten, Pferdezucht; Pind. I. 2, 38; Thuc. 6, 12; bes. zum Wettrennen, was in Athen nur reiche Leute thun konnten, πλούτους τε καὶ ἱπποτροφίας Plat. Lys. 205 c; Pol. 10, 27, 2 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἱπποτροφία: ἡ, τὸ τρέφειν ἢ διατηρεῖν ἵππους, ἰδίως χάριν ἱπποδρομικῶν ἀγώνων (πρβλ. ἱπποτρόφος). ἱπποτροφία γὰρ οὐ Ζακύνθῳ, ἀλλ’ ἀρούραισι πυρφόροις ὀπαδεῖ Σιμων. 15 (15)· ἱπποτροφίας νομίζειν Πίνδ. Ι. 2. 55, πρβλ. Θουκ. 6. 12, Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 7, 1· - ὡσαύτως πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς πόλεως, Πλάτ. Λύσ. 205C· πρβλ. ἱπποτρόφος ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
action d’élever des chevaux.
Étymologie: ἱπποτρόφος.

English (Slater)

ἱπποτροφία
   1 rearing of horses ἱπποτροφίας τε νομίζων ἐν Πανελλάνων νόμῳ (I. 2.38)

Greek Monolingual

η (Α ἱπποτροφία) ιπποτρόφος
νεοελλ.
κλάδος της ζωοτεχνίας που ασχολείται με την αναπαραγωγή, την εκτροφή και την εκμετάλλευση τών ίππων
αρχ.
1. η εκτροφή και συντήρηση ίππων, ιδίως για ιπποδρομικούς αγώνες
2. επιγρ. (ως λειτουργία) η υποχρέωση του πολίτη για συντήρηση πολεμικού ίππου.

Greek Monotonic

ἱπποτροφία: ἡ, αναπαραγωγή, εκτροφή ή φύλαξη αλόγων, ιδίως για ιπποδρομικούς αγώνες, σε Σιμων., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἱπποτροφία:
1) тж. pl. разведение лошадей, коневодство Pind., Thuc., Xen., Arst., Plut.;
2) pl. коневодческие предприятия, конюшни Plat., Plut.

Middle Liddell

ἱπποτροφία, ἡ,
a breeding or keeping of horses, esp. for racing, Simon., Thuc. [from ἱπποτρόφος